Η νύχτα είναι μια απαλή κουβέρτα. Σκεπάζει τις μέρες μου. Ξαναγυρίζω στο πεζούλι που καθόμασταν και έκλαιγα όταν ξεκίνησε αυτή η φωτιά που καίει ακόμα μέσα μου ανεξέλεγκτα. Είναι παυσίλυπη η ώρα και τα χρώματα τριαντάφυλλα. Πίσω σου κάθε μέρα ανεβαίνω μια ατέλειωτη σκάλα. Μέρα τη μέρα και σκαλί το σκαλί. Και εδώ κι εκεί, στις γέφυρες βρίσκω σπασμένες τις κλειδαριές μας. Πρέπει κι εγώ πια να κόψω αυτόν τον κόμπο κι απ’ το σκόνισμα της στάχτης του, μ´ αλισίβα να σου σβήσω τα μαλλιά και το σώμα σου. Στο μεταξύ, γεμίζει σταγόνα-σταγόνα ο ωκεανός που άδειασες από μέσα μου. Κάθομαι από ψηλά και βλέπω τις απύθμενες χαράδρες που μου άνοιξες. Τις οροσειρές που αποκάλυψες. Δάση σκοτεινά και λιβάδια. Ένα ξεκληρισμένο οικοσύστημα σαπίζει άνυδρο κι ανάλατο, περιμένοντας να αποσυντεθεί σε κάτι πρωταρχικό και να αναδομηθεί σε κάτι νέο. Νέα είδη και πλάσματα του μύθου θα αναδειχθούν, με άλλα χέρια, άλλα μάτια και ποιος ξέρει πόσα στόματα.
Η νύχτα είπε πως είναι ξυράφι αυτή η μουσική που μου άφησες στο ντουλαπάκι του μπάνιου. Με δελεάζει το πρωί, με προκαλεί το μεσημέρι, με απειλεί κάθε βράδυ. «Δώσε μου το πρόσωπό σου, το κρυμμένο…» γρυλίζει, «…ή έστω τον λειψό λαιμό σου. Ξέρω εγώ και να φροντίζω και να τέμνω.» Τομές. Τομές. Σπασίματα στους ώμους μου, φορτωμένα. Θα σε βρω καμιά μέρα σε κανέναν τυχαίο δρόμο και με τόσα γυαλιά στα χέρια θα κόψω την αγκαλιά σου σε χίλια κομμάτια. Ευτυχώς να λες που ονοματίστηκαν όλοι οι δρόμοι και ταξίδεψαν ο ένας μακριά απ’ τον άλλον κι έτσι ούτε τα γυαλιά, ούτε τα αίματα θα μπορέσουν να διαιρέσουν το κενό ανάμεσα στα χέρια σου. Κάθομαι από ψηλά και το κοιτάζω και το φαντάζομαι μελανό σαν δάσος και θρεπτικό σαν ζωμό από αίμα. Να το πω γκρενά ή μαόνι, ή να καλύψω αυτή η γύμνια σαν μαθητής που ζωγραφίζει πέπλα στα αγαλμάτινα σώματα του δασκάλου του; Κι αν λέω γύμνια, εσύ να καταλαβαίνεις επιθυμία. Κι αν λέω επιθυμία εσύ να ακούς μυρωδιά και φριχτή ομορφιά, φοβερή σαν βήμα θεού.
Η νύχτα είναι μαγείρισσα παλιά. Συνταιριάζει απίθανα υλικά, μας τρέφει μ’ ό,τι περισσεύει, και καίει τα δάχτυλα και την γλώσσα της στις εστίες, τις καμένες κατσαρόλες και τις μνήμες της. Αν δεν την σκοτώσεις τη νύχτα με σίδερο στο κέντρο της καρδιάς της, ξανασηκώνεται απ’ το νεκροκρέβατό της, και σε βρίσκει κρυμμένο ξημερώματα σε μια παλιά τουαλέτα με πόρτα βαμμένη ώχρα λαδομπογιά ή στην άκρη ενός κρεβατιού χωρίς μαξιλάρια και χωρίς δίκτυ προστασίας. Κι άξαφνα φυτρώνουν στο δωμάτιο ζούγκλες φυτών δηλητηριωδών και κάμπιες-παλιές πεταλούδες, κάλτσες, τρίχες και μπλουζάκια πεταμένα στα χώματα. Στην πλάτη μου η κουζίνα της και μέσα της κάτι να κοχλάζει και να εκρήγνυται από λεπτό σε λεπτό. Κι αν δεν την σκοτώνω τη νύχτα και στην αυλή μου και στο στομάχι μου, κι αν την αφήνω ξυράφι να ξυραφίζει και μουσική να τέμνει, και σύννεφο κάτω απ’ τον ήλιο μου, εσύ να ακούς in vitro και να βλέπεις σύμπαντα στο μικροσκόπιο και τέρατα και σημεία.