Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2024

Άτιτλο (231224)

Σου ζήτησα να σκεπάσεις τη θάλασσα.
Έλεγα πως, αν υπ' ευθύνη σου ξανάβρεχε,
από μια μοιραία εξάτμιση,
τα ρήματά μου θα πνίγονταν όλα,
την ώρα που
ανυποψίαστος,
θα δίπλωνα τη νύχτα και το μύθο σου
στη μέσα τσέπη του παλιού σακακιού του πατέρα.

Σου ζήτησα να κρατήσεις για λίγο τον ουρανό,
έστω και σβηστό, 
όχι σαν Άτλαντας, ούτε σαν κλεμμένη Καρυάτιδα.
Μητρικά στο ζήτησα.
Για εκείνο το παιδί 
που βίαια ξεκόλλησες απ’ το στήθος σου.
Ναι. Στο ζήτησα.

Ψέματα σου λέω πάλι.
Τα πονεμένα γόνατα αυτής της ικεσίας
τούτο μονάχα απαίτησαν, με οξεία επίταση:
Την ένταση αυτής της σαρωτικής θύελλας,
το χρόνιο αυτής της ποινής.

Στο κάτω-κάτω, ποιας τρικυμίας ο βυθός
δεν αναγνώρισε το ελαφρυντικό του απόπλου;
Ποιος σπασμένος ουρανός δεν στήριξε,
με τα πατρικά του χέρια,
έστω ένα φύλλο ξεκολλημένο,
σαν ταπεινή ομπρέλα,
πάνω απ’ το άσκεπο σπίτι του κόσμου που έπνιξε;


Αλίκη στο κενό μην πέφτεις (Α.Α.)

Οι άνθρωποι με τα μεγάλα μάτια
κοιτούν
τις απέραντες θάλασσες
κι αναζητούν αναλογίες
Το αρχαίο μετρούν σε κάθε τους κίνηση
Το λίγο το απορρίπτουν
Το πολύ το αποβάλλουν
Μόνο στο ακριβές μακρηγορούν
γιατί,
τι κι αν θαυμάζεις το μετρημένο,
τι κι αν χτίζεις το λακωνικό,
η ψυχή σου είναι φλύαρη
για κάθε της έλλειψη,
κάθε της ανάγκη.

Οι άνθρωποι με τα οικονομικά χέρια
άπτουν
στις άκρες της απιστίας τους.
Νόθοι γιοι ενός δέντρου,
όπου σταθούν
μιλούν για τα κλαδιά και τα λουλούδια
που άφησαν
και τώρα ταξιδεύουν όλο τον κόσμο 
για να τα ανακαλύψουν
και να τα καταλάβουν.
 
«Μ’ αγαπάτε;» ρωτάει η Αλίκη
κι η ερώτηση είναι καταπακτή
σε έδαφος σαθρό.
Στο κενό της συστέλλεται το Σύμπαν
για να ξαναμπεί στο υπογάστριο του Τίποτα.
«Μ’ αγαπάς, έστω και λίγο, εσύ;»
κι ο λαγός της δαγκώνει το λαιμό και τον κόβει.