Έλεγα πως, αν υπ' ευθύνη σου ξανάβρεχε,
από μια μοιραία εξάτμιση,
τα ρήματά μου θα πνίγονταν όλα,
την ώρα που ανυποψίαστος,
θα δίπλωνα τη νύχτα και το μύθο σου
στη μέσα τσέπη του παλιού σακακιού του πατέρα.
Σου ζήτησα να κρατήσεις για λίγο τον ουρανό,
έστω και σβηστό,
στη μέσα τσέπη του παλιού σακακιού του πατέρα.
Σου ζήτησα να κρατήσεις για λίγο τον ουρανό,
έστω και σβηστό,
όχι σαν Άτλαντας, ούτε σαν κλεμμένη Καρυάτιδα.
Μητρικά στο ζήτησα.
Για εκείνο το παιδί που βίαια ξεκόλλησες απ’ το στήθος σου.
Μητρικά στο ζήτησα.
Για εκείνο το παιδί που βίαια ξεκόλλησες απ’ το στήθος σου.
Ναι. Στο ζήτησα.
Ψέματα σου λέω πάλι.
Τα πονεμένα γόνατα αυτής της ικεσίας
τούτο μονάχα απαίτησαν, με οξεία επίταση:
Την ένταση αυτής της σαρωτικής θύελλας,
το χρόνιο αυτής της ποινής.
Στο κάτω-κάτω, ποιας τρικυμίας ο βυθός
δεν αναγνώρισε το ελαφρυντικό του απόπλου;
Ποιος σπασμένος ουρανός δεν στήριξε,
με τα πατρικά του χέρια,
έστω ένα φύλλο ξεκολλημένο,
σαν ταπεινή ομπρέλα,
πάνω απ’ το άσκεπο σπίτι του κόσμου που έπνιξε;
Ψέματα σου λέω πάλι.
Τα πονεμένα γόνατα αυτής της ικεσίας
τούτο μονάχα απαίτησαν, με οξεία επίταση:
Την ένταση αυτής της σαρωτικής θύελλας,
το χρόνιο αυτής της ποινής.
Στο κάτω-κάτω, ποιας τρικυμίας ο βυθός
δεν αναγνώρισε το ελαφρυντικό του απόπλου;
Ποιος σπασμένος ουρανός δεν στήριξε,
με τα πατρικά του χέρια,
έστω ένα φύλλο ξεκολλημένο,
σαν ταπεινή ομπρέλα,
πάνω απ’ το άσκεπο σπίτι του κόσμου που έπνιξε;