Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2024

Μετόπες

Όταν κατάλαβα σε ονόμασα Κλεψύδρα.
Κι έτσι, αξιωματικά, περιέγραψα τον άνυδρο βίο,
για να προσεύχομαι αφώτιστος
αφού μου επέβαλες δια ροπάλου τον χριστιανισμό.

Ύστερα 
σου ‘δωσα οικειοθελώς
κάθε τελευταία σταγόνα υγρασίας,
κι έκλεισα οικειοθελώς
κάθε τελευταία χαραμάδα ομορφιάς,
γιατί,
τι να το έκανα πια το ανατολικό φως;

Σαν Έλληνας σε χάραξα στο μάρμαρο
Σαν Ρωμαίος σε μεγέθυνα στο άπειρο
Σαν χριστιανός ταπεινώθηκα στο φοβερό σου βήμα
και παρακάλεσα επαίτης στον βωμό σου.

Κι αν οι αρχαίοι ναοί βλέπουν πάντα την ανατολή,
εγώ κοιτάζω ακόμα το βορρά σου
αλλά προσφάτως, λίγο τη δύση σου.
Αυτό το σύμπαν να λυθεί στα εξ ων συνετέθη.
Κι αν είναι Παρθενώνες αυτοί που καταστρέφω,
πώς αλλιώς να γεννηθεί το καινούργιο; 
Κατάλαβα.
Αλλά σε πόνεσα...
Σαν σπασμένο μάρμαρο, σε πόνεσα.


Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2024

Ελάχιστες Ιστορίες - Η στάχτη

Η νύχτα είναι μια απαλή κουβέρτα. Σκεπάζει τις μέρες μου. Ξαναγυρίζω στο πεζούλι που καθόμασταν και έκλαιγα όταν ξεκίνησε αυτή η φωτιά που καίει ακόμα μέσα μου ανεξέλεγκτα. Είναι παυσίλυπη η ώρα και τα χρώματα τριαντάφυλλα. Πίσω σου κάθε μέρα ανεβαίνω μια ατέλειωτη σκάλα. Μέρα τη μέρα και σκαλί το σκαλί. Και εδώ κι εκεί, στις γέφυρες βρίσκω σπασμένες τις κλειδαριές μας. Πρέπει κι εγώ πια να κόψω αυτόν τον κόμπο κι απ’ το σκόνισμα της στάχτης του, μ´ αλισίβα να σου σβήσω τα μαλλιά και το σώμα σου. Στο μεταξύ, γεμίζει σταγόνα-σταγόνα ο ωκεανός που άδειασες από μέσα μου. Κάθομαι από ψηλά και βλέπω τις απύθμενες χαράδρες που μου άνοιξες. Τις οροσειρές που αποκάλυψες. Δάση σκοτεινά και λιβάδια. Ένα ξεκληρισμένο οικοσύστημα σαπίζει άνυδρο κι ανάλατο, περιμένοντας να αποσυντεθεί σε κάτι πρωταρχικό και να αναδομηθεί σε κάτι νέο. Νέα είδη και πλάσματα του μύθου θα αναδειχθούν, με άλλα χέρια, άλλα μάτια και ποιος ξέρει πόσα στόματα.

Η νύχτα είπε πως είναι ξυράφι αυτή η μουσική που μου άφησες στο ντουλαπάκι του μπάνιου. Με δελεάζει το πρωί, με προκαλεί το μεσημέρι, με απειλεί κάθε βράδυ. «Δώσε μου το πρόσωπό σου, το κρυμμένο…» γρυλίζει, «…ή έστω τον λειψό λαιμό σου. Ξέρω εγώ και να φροντίζω και να τέμνω.» Τομές. Τομές. Σπασίματα στους ώμους μου, φορτωμένα. Θα σε βρω καμιά μέρα σε κανέναν τυχαίο δρόμο και με τόσα γυαλιά στα χέρια θα κόψω την αγκαλιά σου σε χίλια κομμάτια. Ευτυχώς να λες που ονοματίστηκαν όλοι οι δρόμοι και ταξίδεψαν ο ένας μακριά απ’ τον άλλον κι έτσι ούτε τα γυαλιά, ούτε τα αίματα θα μπορέσουν να διαιρέσουν το κενό ανάμεσα στα χέρια σου. Κάθομαι από ψηλά και το κοιτάζω και το φαντάζομαι μελανό σαν δάσος και θρεπτικό σαν ζωμό από αίμα. Να το πω γκρενά ή μαόνι, ή να καλύψω αυτή η γύμνια σαν μαθητής που ζωγραφίζει πέπλα στα αγαλμάτινα σώματα του δασκάλου του; Κι αν λέω γύμνια, εσύ να καταλαβαίνεις επιθυμία. Κι αν λέω επιθυμία εσύ να ακούς μυρωδιά και φριχτή ομορφιά, φοβερή σαν βήμα θεού.

Η νύχτα είναι μαγείρισσα παλιά. Συνταιριάζει απίθανα υλικά, μας τρέφει μ’ ό,τι περισσεύει, και καίει τα δάχτυλα και την γλώσσα της στις εστίες, τις καμένες κατσαρόλες και τις μνήμες της. Αν δεν την σκοτώσεις τη νύχτα με σίδερο στο κέντρο της καρδιάς της, ξανασηκώνεται απ’ το νεκροκρέβατό της, και σε βρίσκει κρυμμένο ξημερώματα σε μια παλιά τουαλέτα με πόρτα βαμμένη ώχρα λαδομπογιά ή στην άκρη ενός κρεβατιού χωρίς μαξιλάρια και χωρίς δίκτυ προστασίας. Κι άξαφνα φυτρώνουν στο δωμάτιο ζούγκλες φυτών δηλητηριωδών και κάμπιες-παλιές πεταλούδες, κάλτσες, τρίχες και μπλουζάκια πεταμένα στα χώματα. Στην πλάτη μου η κουζίνα της και μέσα της κάτι να κοχλάζει και να εκρήγνυται από λεπτό σε λεπτό. Κι αν δεν την σκοτώνω τη νύχτα και στην αυλή μου και στο στομάχι μου, κι αν την αφήνω ξυράφι να ξυραφίζει και μουσική να τέμνει, και σύννεφο κάτω απ’ τον ήλιο μου, εσύ να ακούς in vitro και να βλέπεις σύμπαντα στο μικροσκόπιο και τέρατα και σημεία.


Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2024

Κενοτάφιο

Κάθε μέρα περνάω απ’ τον τάφο σου και σου αφήνω από ένα λουλούδι. Εγγράμματο λουλούδι, μεγαλωμένο στον κήπο των χεριών μου. Τα χέρια μου, πεινούν και τρώνε ακόρεστα άδειες σειρές σε μπλε τετράδια και άυλες σελίδες κενές. Κενός είναι κι ο τάφος αυτός, άοσμα και τα λουλούδια μου, στερημένη παρελαύνει στους στενούς διαδρόμους των μνημάτων αυτή η ανάγκη. Ανάγκη ανάπηρη που αν δεν την ακουμπώ στον τάφο σου, αν δεν την χαράζω στη μετωπίδα σαν σύνθημα ξεπερασμένο, γυρίζει, τινάζεται και με δαγκώνει στον αχίλλειο και μου τον κόβει. Κόβει κι αυτή η σιωπηλή σου αντίσταση σε κάθε προσφορά μου, σε κάθε μου πέταλο και στημόνι, ανεξαρτήτως χρώματος και υφής, λες κι οι αισθήσεις σου αμβλύνθηκαν μ’ αυτόν τον θάνατο, λες και σταμάτησες να νιώθεις και να εκτιμάς την ηδονή και την τυράννια της δικής μου σάρκας ή ίσως πια με άλλα χέρια, αλλιώς φροντιστικά, φροντίζεσαι. Φρόντισε λοιπόν τότε κι εσύ να παρουσιάζεσαι τακτικά κι απαρέγκλιτα σ’ αυτό εδώ το κυτίο της απουσίας, με τη ζωντάνια και το σφρίγος και τα ρίγη των αγαπημένων νεκρών, κι άσε με εμένα να το κρατάω τακτικό, καθαρό, ξεχορταριασμένο, ευανάγνωστο και λαμπερό, για να νομίζει ο τεθλιμμένος γείτων συμπενθών, πως κάποτε σε αγάπησα.


Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2024

Riemann's topology

Ένας συν μία
Περασμένες όλες οι εποχές
Αλήθεια σου λέω
Ένιωσα κάθε δευτερόλεπτο αιώνιο
Κραταιά σαν θάνατος
Από πάνω μου με θάρρος οδοστρωτήρα

Παραδέχτηκα
Πως η ευθεία είναι κύκλος
Παραδέχομαι
Σε αδίκησα
Γιατί σου μίλησα επίπεδα, 
σ' ένα καμπυλωμένο δωμάτιο
Παραδέξου κι εσύ,
η αγάπη μπορεί να είναι ευκλείδεια
Άλλωστε, ήταν λίγα τα τετραγωνικά
Λίγες κι οι μέρες 

Ένας συν μία
Περασμένες όλες οι εποχές
Στο υπογράφω
Κεντήθηκα χιλιοστό-χιλιοστό
Κραταιά σαν θάνατος
Και η γραφή και η ανάγνωσή σου


Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2024

Γαμήλιο

Μια κοπέλα κάθεται δίπλα στο ποτάμι
Με το ακριβές της σώμα
Με τη μικρή στολή της
Χαϊδεύει το ποτάμι με την άκρη του ποδιού της
Το αναταράσσει και το πληγώνει
Εκτρέπει τη βαθιά ροή του
Με το μικρό της πόδι το ευθύβολο σώμα της
Τρυπάει άμμο και πέτρες και μπετά

Αυτό που λέμε σιωπή, δεν υφίσταται. 
Σιωπάς σημαίνει πεθαίνεις.  
Έναν χρόνο τώρα πεθαίνεις.  

Μια κοπέλα στέκεται μπροστά σε δέκα δίσκους
Με το ισχνό της σώμα
Με την γνωστή της στολή
Χαϊδεύει τη στοίβα με την άκρη του χεριού της
Την ανακατεύει και την ταράζει
Εκτρέπει τη μουσική της
Με το λεπτό της χέρι το εύστοχο σώμα της
Τρυπάει στροφές και λέξεις και μέτρα

Αυτό που λέμε σιωπή, δεν υφίσταται. 
Σιωπάς σημαίνει πεθαίνεις. 
Έναν χρόνο τώρα πεθαίνεις. 

Ένα αγόρι στέκεται μπροστά σε μια πλατεία
Με το παλιό του σώμα
Με την παλιά του στολή
Χαϊδεύει την πλατεία με την άκρη του ματιού του
Την απειλεί και την παρακαλά
Εκτρέπει τη μυστική της ροή
Με το φαρδύ του χέρι την αχανή της έκταση
Τρυπάει πλάκες και τοίχους και βιτρίνες

Σιωπάς σημαίνει πεθαίνεις. 



Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2024

Το μη

Η αναφής της φύση
την εξομοιώνει
με τον αρνητικό χώρο
σαν να κρατεί 
το απτό στη θέση του
γεμίζοντας τα μεσοδιαστήματα
μ’ εκείνο που κανείς δεν ξέρει γι’ αυτό
κι ούτε φιλά, ούτε κρατεί.
Εγώ, προσπαθώντας με τα άδεια χέρια μου
να την ονομάσω, καταφέρνω
να φτιάχνω αναλγητικές αλληγορίες
για το κατά φαντασία
κι ασάφειες για το συμπαγές.

Εγώ - και εγώ - κάτι χωμάτινο που το κρατά
σε μια συμπαντική συντεταγμένη
η αναφής της φύση,
σαν χώρος αρνητικός,
σε φιλμ παλιό, μισοκαμένο.
Κάτι που μυρίζει σπίρτο,
εντείνει την προσωπική μου πλάνη.

Φύλλα πέφτουν στο προσκήνιο
της δεσπόζουσας Ακρόπολης.
Βαριά,
ξεθωριασμένα παραπετάσματα
και λουδοβικιανές μοκέτες
σιγάζουν τα βήματα μας,
σκιάζουν τα μάτια μας,
μήπως δεν σ’ έχω δει ποτέ;
Δεν σ’ έχω ακούσει;

Μα σ’ έχω δει σε έχω ακούσει
με τα κύτταρα του δέρματός μου
με τα μαλλιά σου και τα χέρια σου
κι ακόμα δείπνησα
στο βάθος της φωνής σου
γεύματα λουκούλεια κρασί και μέλι
στα μάτια σου ωκεανούς ανέμους
όγκους βουνών λιβάδια κίτρινων λουλουδιών.

Και όμως.
Γελασμένα, καθρεφτισμένα μου μάτια.
Και όμως.
Στο αποθετήριό σας αναφερθήκατε.
Και όμως.
Σάρκα εκ της σαρκός σας καταναλώσατε.
Και όμως.
Του ψέματός σας το κρασί και το μέλι.

Και όμως.
Για να πονάνε ακόμα τα κομμένα χέρια μου
κάπου τριγύρω θα ‘ναι και το μαχαίρι σου.