Κι έτσι, αξιωματικά, περιέγραψα τον άνυδρο βίο,
για να προσεύχομαι αφώτιστος
αφού μου επέβαλες δια ροπάλου τον χριστιανισμό.
Ύστερα
σου ‘δωσα οικειοθελώς
κάθε τελευταία σταγόνα υγρασίας,
κι έκλεισα οικειοθελώς
κάθε τελευταία χαραμάδα ομορφιάς,
γιατί,
τι να το έκανα πια το ανατολικό φως;
Σαν Έλληνας σε χάραξα στο μάρμαρο
Σαν Ρωμαίος σε μεγέθυνα στο άπειρο
Σαν χριστιανός ταπεινώθηκα στο φοβερό σου βήμα
και παρακάλεσα επαίτης στον βωμό σου.
Κι αν οι αρχαίοι ναοί βλέπουν πάντα την ανατολή,
εγώ κοιτάζω ακόμα το βορρά σου
αλλά προσφάτως, λίγο τη δύση σου.
Αυτό το σύμπαν να λυθεί στα εξ ων συνετέθη.
Κι αν είναι Παρθενώνες αυτοί που καταστρέφω,
πώς αλλιώς να γεννηθεί το καινούργιο;
κάθε τελευταία σταγόνα υγρασίας,
κι έκλεισα οικειοθελώς
κάθε τελευταία χαραμάδα ομορφιάς,
γιατί,
τι να το έκανα πια το ανατολικό φως;
Σαν Έλληνας σε χάραξα στο μάρμαρο
Σαν Ρωμαίος σε μεγέθυνα στο άπειρο
Σαν χριστιανός ταπεινώθηκα στο φοβερό σου βήμα
και παρακάλεσα επαίτης στον βωμό σου.
Κι αν οι αρχαίοι ναοί βλέπουν πάντα την ανατολή,
εγώ κοιτάζω ακόμα το βορρά σου
αλλά προσφάτως, λίγο τη δύση σου.
Αυτό το σύμπαν να λυθεί στα εξ ων συνετέθη.
Κι αν είναι Παρθενώνες αυτοί που καταστρέφω,
πώς αλλιώς να γεννηθεί το καινούργιο;
Κατάλαβα.
Αλλά σε πόνεσα...
Σαν σπασμένο μάρμαρο, σε πόνεσα.
Αλλά σε πόνεσα...
Σαν σπασμένο μάρμαρο, σε πόνεσα.