Όταν άλλαξε η εποχή,
της γύρισα την πλάτη μου
κι άρχισα ν’ αλφαβητίζω μ’ άλλη σειρά.
Ν’ αλλάξω τα σημαινόμενα,
ν’ ανακατέψω τα σημαίνοντα,
ανάμεσα σ’ άλλα γράμματα,
με σύμβολα νέα να σηματοδοτήσω
και να πω το άλφα βήτα
και το βήτα χι.
Όταν άλλαξαν οι δρόμοι,
έτρεξα να κρύψω τη ντροπή μου
(και πιο πολύ την πίκρα μου)
κάνοντας τη γλώσσα πρωτόγονο εργαλείο,
μια τετράγωνη ρόδα,
ένα χάλκινο, μαλακό ξίφος.
Κι ύστερα πήγα ακόμα παραπίσω,
την άφησα να εξατμιστεί
μάζεψα το έλαιό της σταγόνα-σταγόνα
και το ‘ριχνα ξανά στη γλώσσα μου
να την σφραγίζω.