Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2024

Η αγελάδα

Προκειμένου να πάψει να κολακεύει την εξωραϊσμένη μνήμη της,
αποφάσισε να ψαλιδίσει από το άλφα ως το ωμέγα,
εικοσιτέσσερις φορές επί δύο κι επί τρία,
κι επί όσο χρειαστεί, 
το κονφετί της γλώσσας της, πολύχρωμο 
να ανακατευτεί και να γίνει 
από κύριο όνομα
χαρτοπόλεμος και γιορτή.

Προκειμένου να πάψει να μηρυκάζει τον αντανακλαστικό του μύθο,
αναγκάστηκε να σφυρηλατήσει από το ωμέγα έως το άλφα
εικοσιτέσσερις φορές, επί χίλιους αιώνες. 
Τόσο χρειάστηκε το κάθε νέο γράμμα του να γεννηθεί,
έτσι ώστε να μη σημαίνει το γράμμα λέξη, 
η λέξη νόημα,
το νόημα καθρέφτη,
ο καθρέφτης φώσφορο.


Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2024

Άτιτλο (231224)

Σου ζήτησα να σκεπάσεις τη θάλασσα.
Έλεγα πως, αν υπ' ευθύνη σου ξανάβρεχε,
από μια μοιραία εξάτμιση,
τα ρήματά μου θα πνίγονταν όλα,
την ώρα που
ανυποψίαστος,
θα δίπλωνα τη νύχτα και το μύθο σου
στη μέσα τσέπη του παλιού σακακιού του πατέρα.

Σου ζήτησα να κρατήσεις για λίγο τον ουρανό,
έστω και σβηστό, 
όχι σαν Άτλαντας, ούτε σαν κλεμμένη Καρυάτιδα.
Μητρικά στο ζήτησα.
Για εκείνο το παιδί 
που βίαια ξεκόλλησες απ’ το στήθος σου.
Ναι. Στο ζήτησα.

Ψέματα σου λέω πάλι.
Τα πονεμένα γόνατα αυτής της ικεσίας
τούτο μονάχα απαίτησαν, με οξεία επίταση:
Την ένταση αυτής της σαρωτικής θύελλας,
το χρόνιο αυτής της ποινής.

Στο κάτω-κάτω, ποιας τρικυμίας ο βυθός
δεν αναγνώρισε το ελαφρυντικό του απόπλου;
Ποιος σπασμένος ουρανός δεν στήριξε,
με τα πατρικά του χέρια,
έστω ένα φύλλο ξεκολλημένο,
σαν ταπεινή ομπρέλα,
πάνω απ’ το άσκεπο σπίτι του κόσμου που έπνιξε;


Αλίκη στο κενό μην πέφτεις (Α.Α.)

Οι άνθρωποι με τα μεγάλα μάτια
κοιτούν
τις απέραντες θάλασσες
κι αναζητούν αναλογίες
Το αρχαίο μετρούν σε κάθε τους κίνηση
Το λίγο το απορρίπτουν
Το πολύ το αποβάλλουν
Μόνο στο ακριβές μακρηγορούν
γιατί,
τι κι αν θαυμάζεις το μετρημένο,
τι κι αν χτίζεις το λακωνικό,
η ψυχή σου είναι φλύαρη
για κάθε της έλλειψη,
κάθε της ανάγκη.

Οι άνθρωποι με τα οικονομικά χέρια
άπτουν
στις άκρες της απιστίας τους.
Νόθοι γιοι ενός δέντρου,
όπου σταθούν
μιλούν για τα κλαδιά και τα λουλούδια
που άφησαν
και τώρα ταξιδεύουν όλο τον κόσμο 
για να τα ανακαλύψουν
και να τα καταλάβουν.
 
«Μ’ αγαπάτε;» ρωτάει η Αλίκη
κι η ερώτηση είναι καταπακτή
σε έδαφος σαθρό.
Στο κενό της συστέλλεται το Σύμπαν
για να ξαναμπεί στο υπογάστριο του Τίποτα.
«Μ’ αγαπάς, έστω και λίγο, εσύ;»
κι ο λαγός της δαγκώνει το λαιμό και τον κόβει. 



Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2024

Στη λαϊκή

Αγόρασα ξανά τις αναμνήσεις μου.
Τις αγόρασα μία-μία. 
Σε κάθε ρούχο, σε κάθε ήχο, στις εικόνες. 
Στο αντίδοτο φιλί,
αυτό το ελλιπές αντίδωρο. 

Κάθε μέρα δίνω τον οβολό μου,
το υστέρημά μου,
το είναι μου. 
Κάθε μέρα που θυμάμαι, δίνω.  

Πλήρωσα ξανά τις αναμνήσεις μου.
Τις πλήρωσα μία-μία. 
Σε κάθε γωνία, σε κάθε λεπτό, στο βήμα μου. 
Στο δηλητήριο στο στόμα
που ακόμα δεν έφτασε για θάνατο.  

Κάθε μέρα πουλάω το μέλλον μου,
το υστέρημά μου,
το είναι μου.
Κι αφού δεν έχω άλλα γράμματα να γράψω, 
ας κλάψω.   


Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2024

Εποχή

Όταν άλλαξε η εποχή,
της γύρισα την πλάτη μου
κι άρχισα ν’ αλφαβητίζω μ’ άλλη σειρά.
Ν’ αλλάξω τα σημαινόμενα,
ν’ ανακατέψω τα σημαίνοντα,
ανάμεσα σ’ άλλα γράμματα,
με σύμβολα νέα να σηματοδοτήσω
και να πω το άλφα βήτα
και το βήτα χι.

Όταν άλλαξαν οι δρόμοι,
έτρεξα να κρύψω τη ντροπή μου
(και πιο πολύ την πίκρα μου)
κάνοντας τη γλώσσα πρωτόγονο εργαλείο,
μια τετράγωνη ρόδα,
ένα χάλκινο, μαλακό ξίφος.
Κι ύστερα πήγα ακόμα παραπίσω,
την άφησα να εξατμιστεί
μάζεψα το έλαιό της σταγόνα-σταγόνα
και το ‘ριχνα ξανά στη γλώσσα μου
να την σφραγίζω.