Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2025

Σχάση

Ορίζεται
ως μηχανισμός παραγωγής 
και διάθεσης 
ενέργειας,
κατά περιπτώσεις, μοναδικός.

Επιπροσθέτως, 
μέσω του ιδίου εργαλείου,
επιτυγχάνεται 
η ελάττωση της κυριαρχίας
του κράτους της λογικής.

Ως βαλβίδα αποσυμπίεσης
εκτονώνει το άχθος της τυραννίας της.
Ως μήτρα, τρέφει και γεννά.
Και τρέφει και καταστρέφει.
Για να καταναλώσει, να αποδομήσει, 
να πολτοποιήσει και να ενσωματώσει
το δημιουργηθέν.   

Εδράζεται πίσω από τον αφαλό μου.
Ελέγχει τους κοιλιακούς μύες. 
Είναι φίδι κι έχει στο στόμα του
όλες τις εύκολες απαντήσεις. 
Έχει και την ουρά μου.  
Φουσκώνει περιοδικά
στη σωστή πλευρά του φεγγαριού.
Αδειάζει αργά και προσεκτικά
στο αντίθετο σκοτάδι. 

Κι όταν συχνά η αποδόμηση δεν λειτουργεί,
Φοίνικας των εσωτερικών ματιών 
και αετός πεινασμένος κι έτοιμος, 
στου Προμηθέα τα πόδια μου.  

Σε κοιτώ απ' το βάθος μου.  


Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2024

Η αγελάδα

Προκειμένου να πάψει να κολακεύει την εξωραϊσμένη μνήμη της,
αποφάσισε να ψαλιδίσει από το άλφα ως το ωμέγα,
εικοσιτέσσερις φορές επί δύο κι επί τρία,
κι επί όσο χρειαστεί, 
το κονφετί της γλώσσας της, πολύχρωμο 
να ανακατευτεί και να γίνει 
από κύριο όνομα
χαρτοπόλεμος και γιορτή.

Προκειμένου να πάψει να μηρυκάζει τον αντανακλαστικό του μύθο,
αναγκάστηκε να σφυρηλατήσει από το ωμέγα έως το άλφα
εικοσιτέσσερις φορές, επί χίλιους αιώνες. 
Τόσο χρειάστηκε το κάθε νέο γράμμα του να γεννηθεί,
έτσι ώστε να μη σημαίνει το γράμμα λέξη, 
η λέξη νόημα,
το νόημα καθρέφτη,
ο καθρέφτης φώσφορο.


Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2024

Άτιτλο (231224)

Σου ζήτησα να σκεπάσεις τη θάλασσα.
Έλεγα πως, αν υπ' ευθύνη σου ξανάβρεχε,
από μια μοιραία εξάτμιση,
τα ρήματά μου θα πνίγονταν όλα,
την ώρα που
ανυποψίαστος,
θα δίπλωνα τη νύχτα και το μύθο σου
στη μέσα τσέπη του παλιού σακακιού του πατέρα.

Σου ζήτησα να κρατήσεις για λίγο τον ουρανό,
έστω και σβηστό, 
όχι σαν Άτλαντας, ούτε σαν κλεμμένη Καρυάτιδα.
Μητρικά στο ζήτησα.
Για εκείνο το παιδί 
που βίαια ξεκόλλησες απ’ το στήθος σου.
Ναι. Στο ζήτησα.

Ψέματα σου λέω πάλι.
Τα πονεμένα γόνατα αυτής της ικεσίας
τούτο μονάχα απαίτησαν, με οξεία επίταση:
Την ένταση αυτής της σαρωτικής θύελλας,
το χρόνιο αυτής της ποινής.

Στο κάτω-κάτω, ποιας τρικυμίας ο βυθός
δεν αναγνώρισε το ελαφρυντικό του απόπλου;
Ποιος σπασμένος ουρανός δεν στήριξε,
με τα πατρικά του χέρια,
έστω ένα φύλλο ξεκολλημένο,
σαν ταπεινή ομπρέλα,
πάνω απ’ το άσκεπο σπίτι του κόσμου που έπνιξε;


Αλίκη στο κενό μην πέφτεις (Α.Α.)

Οι άνθρωποι με τα μεγάλα μάτια
κοιτούν
τις απέραντες θάλασσες
κι αναζητούν αναλογίες
Το αρχαίο μετρούν σε κάθε τους κίνηση
Το λίγο το απορρίπτουν
Το πολύ το αποβάλλουν
Μόνο στο ακριβές μακρηγορούν
γιατί,
τι κι αν θαυμάζεις το μετρημένο,
τι κι αν χτίζεις το λακωνικό,
η ψυχή σου είναι φλύαρη
για κάθε της έλλειψη,
κάθε της ανάγκη.

Οι άνθρωποι με τα οικονομικά χέρια
άπτουν
στις άκρες της απιστίας τους.
Νόθοι γιοι ενός δέντρου,
όπου σταθούν
μιλούν για τα κλαδιά και τα λουλούδια
που άφησαν
και τώρα ταξιδεύουν όλο τον κόσμο 
για να τα ανακαλύψουν
και να τα καταλάβουν.
 
«Μ’ αγαπάτε;» ρωτάει η Αλίκη
κι η ερώτηση είναι καταπακτή
σε έδαφος σαθρό.
Στο κενό της συστέλλεται το Σύμπαν
για να ξαναμπεί στο υπογάστριο του Τίποτα.
«Μ’ αγαπάς, έστω και λίγο, εσύ;»
κι ο λαγός της δαγκώνει το λαιμό και τον κόβει. 



Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2024

Στη λαϊκή

Αγόρασα ξανά τις αναμνήσεις μου.
Τις αγόρασα μία-μία. 
Σε κάθε ρούχο, σε κάθε ήχο, στις εικόνες. 
Στο αντίδοτο φιλί,
αυτό το ελλιπές αντίδωρο. 

Κάθε μέρα δίνω τον οβολό μου,
το υστέρημά μου,
το είναι μου. 
Κάθε μέρα που θυμάμαι, δίνω.  

Πλήρωσα ξανά τις αναμνήσεις μου.
Τις πλήρωσα μία-μία. 
Σε κάθε γωνία, σε κάθε λεπτό, στο βήμα μου. 
Στο δηλητήριο στο στόμα
που ακόμα δεν έφτασε για θάνατο.  

Κάθε μέρα πουλάω το μέλλον μου,
το υστέρημά μου,
το είναι μου.
Κι αφού δεν έχω άλλα γράμματα να γράψω, 
ας κλάψω.   


Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2024

Εποχή

Όταν άλλαξε η εποχή,
της γύρισα την πλάτη μου
κι άρχισα ν’ αλφαβητίζω μ’ άλλη σειρά.
Ν’ αλλάξω τα σημαινόμενα,
ν’ ανακατέψω τα σημαίνοντα,
ανάμεσα σ’ άλλα γράμματα,
με σύμβολα νέα να σηματοδοτήσω
και να πω το άλφα βήτα
και το βήτα χι.

Όταν άλλαξαν οι δρόμοι,
έτρεξα να κρύψω τη ντροπή μου
(και πιο πολύ την πίκρα μου)
κάνοντας τη γλώσσα πρωτόγονο εργαλείο,
μια τετράγωνη ρόδα,
ένα χάλκινο, μαλακό ξίφος.
Κι ύστερα πήγα ακόμα παραπίσω,
την άφησα να εξατμιστεί
μάζεψα το έλαιό της σταγόνα-σταγόνα
και το ‘ριχνα ξανά στη γλώσσα μου
να την σφραγίζω.


Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2024

Μετόπες

Όταν κατάλαβα σε ονόμασα Κλεψύδρα.
Κι έτσι, αξιωματικά, περιέγραψα τον άνυδρο βίο,
για να προσεύχομαι αφώτιστος
αφού μου επέβαλες δια ροπάλου τον χριστιανισμό.

Ύστερα 
σου ‘δωσα οικειοθελώς
κάθε τελευταία σταγόνα υγρασίας,
κι έκλεισα οικειοθελώς
κάθε τελευταία χαραμάδα ομορφιάς,
γιατί,
τι να το έκανα πια το ανατολικό φως;

Σαν Έλληνας σε χάραξα στο μάρμαρο
Σαν Ρωμαίος σε μεγέθυνα στο άπειρο
Σαν χριστιανός ταπεινώθηκα στο φοβερό σου βήμα
και παρακάλεσα επαίτης στον βωμό σου.

Κι αν οι αρχαίοι ναοί βλέπουν πάντα την ανατολή,
εγώ κοιτάζω ακόμα το βορρά σου
αλλά προσφάτως, λίγο τη δύση σου.
Αυτό το σύμπαν να λυθεί στα εξ ων συνετέθη.
Κι αν είναι Παρθενώνες αυτοί που καταστρέφω,
πώς αλλιώς να γεννηθεί το καινούργιο; 
Κατάλαβα.
Αλλά σε πόνεσα...
Σαν σπασμένο μάρμαρο, σε πόνεσα.


Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2024

Ελάχιστες Ιστορίες - Η στάχτη

Η νύχτα είναι μια απαλή κουβέρτα. Σκεπάζει τις μέρες μου. Ξαναγυρίζω στο πεζούλι που καθόμασταν και έκλαιγα όταν ξεκίνησε αυτή η φωτιά που καίει ακόμα μέσα μου ανεξέλεγκτα. Είναι παυσίλυπη η ώρα και τα χρώματα τριαντάφυλλα. Πίσω σου κάθε μέρα ανεβαίνω μια ατέλειωτη σκάλα. Μέρα τη μέρα και σκαλί το σκαλί. Και εδώ κι εκεί, στις γέφυρες βρίσκω σπασμένες τις κλειδαριές μας. Πρέπει κι εγώ πια να κόψω αυτόν τον κόμπο κι απ’ το σκόνισμα της στάχτης του, μ´ αλισίβα να σου σβήσω τα μαλλιά και το σώμα σου. Στο μεταξύ, γεμίζει σταγόνα-σταγόνα ο ωκεανός που άδειασες από μέσα μου. Κάθομαι από ψηλά και βλέπω τις απύθμενες χαράδρες που μου άνοιξες. Τις οροσειρές που αποκάλυψες. Δάση σκοτεινά και λιβάδια. Ένα ξεκληρισμένο οικοσύστημα σαπίζει άνυδρο κι ανάλατο, περιμένοντας να αποσυντεθεί σε κάτι πρωταρχικό και να αναδομηθεί σε κάτι νέο. Νέα είδη και πλάσματα του μύθου θα αναδειχθούν, με άλλα χέρια, άλλα μάτια και ποιος ξέρει πόσα στόματα.

Η νύχτα είπε πως είναι ξυράφι αυτή η μουσική που μου άφησες στο ντουλαπάκι του μπάνιου. Με δελεάζει το πρωί, με προκαλεί το μεσημέρι, με απειλεί κάθε βράδυ. «Δώσε μου το πρόσωπό σου, το κρυμμένο…» γρυλίζει, «…ή έστω τον λειψό λαιμό σου. Ξέρω εγώ και να φροντίζω και να τέμνω.» Τομές. Τομές. Σπασίματα στους ώμους μου, φορτωμένα. Θα σε βρω καμιά μέρα σε κανέναν τυχαίο δρόμο και με τόσα γυαλιά στα χέρια θα κόψω την αγκαλιά σου σε χίλια κομμάτια. Ευτυχώς να λες που ονοματίστηκαν όλοι οι δρόμοι και ταξίδεψαν ο ένας μακριά απ’ τον άλλον κι έτσι ούτε τα γυαλιά, ούτε τα αίματα θα μπορέσουν να διαιρέσουν το κενό ανάμεσα στα χέρια σου. Κάθομαι από ψηλά και το κοιτάζω και το φαντάζομαι μελανό σαν δάσος και θρεπτικό σαν ζωμό από αίμα. Να το πω γκρενά ή μαόνι, ή να καλύψω αυτή η γύμνια σαν μαθητής που ζωγραφίζει πέπλα στα αγαλμάτινα σώματα του δασκάλου του; Κι αν λέω γύμνια, εσύ να καταλαβαίνεις επιθυμία. Κι αν λέω επιθυμία εσύ να ακούς μυρωδιά και φριχτή ομορφιά, φοβερή σαν βήμα θεού.

Η νύχτα είναι μαγείρισσα παλιά. Συνταιριάζει απίθανα υλικά, μας τρέφει μ’ ό,τι περισσεύει, και καίει τα δάχτυλα και την γλώσσα της στις εστίες, τις καμένες κατσαρόλες και τις μνήμες της. Αν δεν την σκοτώσεις τη νύχτα με σίδερο στο κέντρο της καρδιάς της, ξανασηκώνεται απ’ το νεκροκρέβατό της, και σε βρίσκει κρυμμένο ξημερώματα σε μια παλιά τουαλέτα με πόρτα βαμμένη ώχρα λαδομπογιά ή στην άκρη ενός κρεβατιού χωρίς μαξιλάρια και χωρίς δίκτυ προστασίας. Κι άξαφνα φυτρώνουν στο δωμάτιο ζούγκλες φυτών δηλητηριωδών και κάμπιες-παλιές πεταλούδες, κάλτσες, τρίχες και μπλουζάκια πεταμένα στα χώματα. Στην πλάτη μου η κουζίνα της και μέσα της κάτι να κοχλάζει και να εκρήγνυται από λεπτό σε λεπτό. Κι αν δεν την σκοτώνω τη νύχτα και στην αυλή μου και στο στομάχι μου, κι αν την αφήνω ξυράφι να ξυραφίζει και μουσική να τέμνει, και σύννεφο κάτω απ’ τον ήλιο μου, εσύ να ακούς in vitro και να βλέπεις σύμπαντα στο μικροσκόπιο και τέρατα και σημεία.


Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2024

Κενοτάφιο

Κάθε μέρα περνάω απ’ τον τάφο σου και σου αφήνω από ένα λουλούδι. Εγγράμματο λουλούδι, μεγαλωμένο στον κήπο των χεριών μου. Τα χέρια μου, πεινούν και τρώνε ακόρεστα άδειες σειρές σε μπλε τετράδια και άυλες σελίδες κενές. Κενός είναι κι ο τάφος αυτός, άοσμα και τα λουλούδια μου, στερημένη παρελαύνει στους στενούς διαδρόμους των μνημάτων αυτή η ανάγκη. Ανάγκη ανάπηρη που αν δεν την ακουμπώ στον τάφο σου, αν δεν την χαράζω στη μετωπίδα σαν σύνθημα ξεπερασμένο, γυρίζει, τινάζεται και με δαγκώνει στον αχίλλειο και μου τον κόβει. Κόβει κι αυτή η σιωπηλή σου αντίσταση σε κάθε προσφορά μου, σε κάθε μου πέταλο και στημόνι, ανεξαρτήτως χρώματος και υφής, λες κι οι αισθήσεις σου αμβλύνθηκαν μ’ αυτόν τον θάνατο, λες και σταμάτησες να νιώθεις και να εκτιμάς την ηδονή και την τυράννια της δικής μου σάρκας ή ίσως πια με άλλα χέρια, αλλιώς φροντιστικά, φροντίζεσαι. Φρόντισε λοιπόν τότε κι εσύ να παρουσιάζεσαι τακτικά κι απαρέγκλιτα σ’ αυτό εδώ το κυτίο της απουσίας, με τη ζωντάνια και το σφρίγος και τα ρίγη των αγαπημένων νεκρών, κι άσε με εμένα να το κρατάω τακτικό, καθαρό, ξεχορταριασμένο, ευανάγνωστο και λαμπερό, για να νομίζει ο τεθλιμμένος γείτων συμπενθών, πως κάποτε σε αγάπησα.


Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2024

Riemann's topology

Ένας συν μία
Περασμένες όλες οι εποχές
Αλήθεια σου λέω
Ένιωσα κάθε δευτερόλεπτο αιώνιο
Κραταιά σαν θάνατος
Από πάνω μου με θάρρος οδοστρωτήρα

Παραδέχτηκα
Πως η ευθεία είναι κύκλος
Παραδέχομαι
Σε αδίκησα
Γιατί σου μίλησα επίπεδα, 
σ' ένα καμπυλωμένο δωμάτιο
Παραδέξου κι εσύ,
η αγάπη μπορεί να είναι ευκλείδεια
Άλλωστε, ήταν λίγα τα τετραγωνικά
Λίγες κι οι μέρες 

Ένας συν μία
Περασμένες όλες οι εποχές
Στο υπογράφω
Κεντήθηκα χιλιοστό-χιλιοστό
Κραταιά σαν θάνατος
Και η γραφή και η ανάγνωσή σου


Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2024

Γαμήλιο

Μια κοπέλα κάθεται δίπλα στο ποτάμι
Με το ακριβές της σώμα
Με τη μικρή στολή της
Χαϊδεύει το ποτάμι με την άκρη του ποδιού της
Το αναταράσσει και το πληγώνει
Εκτρέπει τη βαθιά ροή του
Με το μικρό της πόδι το ευθύβολο σώμα της
Τρυπάει άμμο και πέτρες και μπετά

Αυτό που λέμε σιωπή, δεν υφίσταται. 
Σιωπάς σημαίνει πεθαίνεις.  
Έναν χρόνο τώρα πεθαίνεις.  

Μια κοπέλα στέκεται μπροστά σε δέκα δίσκους
Με το ισχνό της σώμα
Με την γνωστή της στολή
Χαϊδεύει τη στοίβα με την άκρη του χεριού της
Την ανακατεύει και την ταράζει
Εκτρέπει τη μουσική της
Με το λεπτό της χέρι το εύστοχο σώμα της
Τρυπάει στροφές και λέξεις και μέτρα

Αυτό που λέμε σιωπή, δεν υφίσταται. 
Σιωπάς σημαίνει πεθαίνεις. 
Έναν χρόνο τώρα πεθαίνεις. 

Ένα αγόρι στέκεται μπροστά σε μια πλατεία
Με το παλιό του σώμα
Με την παλιά του στολή
Χαϊδεύει την πλατεία με την άκρη του ματιού του
Την απειλεί και την παρακαλά
Εκτρέπει τη μυστική της ροή
Με το φαρδύ του χέρι την αχανή της έκταση
Τρυπάει πλάκες και τοίχους και βιτρίνες

Σιωπάς σημαίνει πεθαίνεις. 



Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2024

Το μη

Η αναφής της φύση
την εξομοιώνει
με τον αρνητικό χώρο
σαν να κρατεί 
το απτό στη θέση του
γεμίζοντας τα μεσοδιαστήματα
μ’ εκείνο που κανείς δεν ξέρει γι’ αυτό
κι ούτε φιλά, ούτε κρατεί.
Εγώ, προσπαθώντας με τα άδεια χέρια μου
να την ονομάσω, καταφέρνω
να φτιάχνω αναλγητικές αλληγορίες
για το κατά φαντασία
κι ασάφειες για το συμπαγές.

Εγώ - και εγώ - κάτι χωμάτινο που το κρατά
σε μια συμπαντική συντεταγμένη
η αναφής της φύση,
σαν χώρος αρνητικός,
σε φιλμ παλιό, μισοκαμένο.
Κάτι που μυρίζει σπίρτο,
εντείνει την προσωπική μου πλάνη.

Φύλλα πέφτουν στο προσκήνιο
της δεσπόζουσας Ακρόπολης.
Βαριά,
ξεθωριασμένα παραπετάσματα
και λουδοβικιανές μοκέτες
σιγάζουν τα βήματα μας,
σκιάζουν τα μάτια μας,
μήπως δεν σ’ έχω δει ποτέ;
Δεν σ’ έχω ακούσει;

Μα σ’ έχω δει σε έχω ακούσει
με τα κύτταρα του δέρματός μου
με τα μαλλιά σου και τα χέρια σου
κι ακόμα δείπνησα
στο βάθος της φωνής σου
γεύματα λουκούλεια κρασί και μέλι
στα μάτια σου ωκεανούς ανέμους
όγκους βουνών λιβάδια κίτρινων λουλουδιών.

Και όμως.
Γελασμένα, καθρεφτισμένα μου μάτια.
Και όμως.
Στο αποθετήριό σας αναφερθήκατε.
Και όμως.
Σάρκα εκ της σαρκός σας καταναλώσατε.
Και όμως.
Του ψέματός σας το κρασί και το μέλι.

Και όμως.
Για να πονάνε ακόμα τα κομμένα χέρια μου
κάπου τριγύρω θα ‘ναι και το μαχαίρι σου.




Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2024

Κλεψύδρα

Η αγκαλιά μας αγωνιά στην κορυφή
μιας μισής κλεψύδρας.
Σφίγγεται δυνατά καθώς τα πόδια της 
στηρίζονται σε όλο
πιο ασταθή πέλματα, σε όλο και πιο
ασαφείς επιφάνειες.
Κόκκο τον κόκκο γλιστράει και πέφτει
από έναν λεπτό λαιμό
και χάνεται σε μιαν άβυσσο λήθινη,
σ’ ένα βούρκο βαθύ.

Κρατάω το σώμα σου προσευχικά
κι εσύ τα χέρια μου
κι η γλώσσα σου πότε ψέλνει και πότε
γδέρνει το στήθος μου.
(Η μυρωδιά σου στην τρυπημένη μύτη
μου, στάζει νότια
κι εξαϋλώνεται μόριο-μόριο, κύτταρο-
κύτταρο σε άγρια βάθη.)
Κι έτσι, σφιχτά δεμένοι, σφιχτά αδειασμένη,
στενά στριμώχνεται
για να περάσει τις γυάλινες Συμπληγάδες,
κι αποδομημένη πια
να γκρεμιστεί σ’ έναν παλιό, ανθισμένο Καιάδα.


Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2024

Μαχαίρι

Σε ρωτάω κάθε μέρα μαχαίρι,
για τις λεπτομέρειες της πληγής σου
κι απ' του βάθους της
τις χιονισμένες κορφές
κι απ' τα ύψη των βυθών της,
σε ρωτάω πως κόπηκε το κομμένο
και πως μάτωσε το πικρό
και πως τ' αστραφτερό σου σώμα
σφράγισε το θαμπό μου.

Δεν σε ρωτάω να μου πεις.
Σου ζητώ να με γιατρέψεις, 
με της αιχμής σου την σκληράδα, 
κι όπως με κόβεις να με ράβεις,
κι όπως χαράζεις να γεμίζεις
του ανοιγμένου δέρματός μου 
το αγιάτρευτο χάσμα, 
με ατσάλια και ξυράφια,
με γυαλιά και καρφιά σκουριασμένα. 

Μαχαίρι, σπαθί, κοφτερότερο χέρι,
πες μου, καημένο μου χέρι τρυφερό, 
πως μου 'χεις κόψει το λαιμό, 
και πως μπορώ να να σε κοιτώ
και να ρωτώ πως και γιατί με κόβεις,
να μη μιλάς, και να με κόβεις, και μ΄ένα
σίδερο από σίδερο φτιαγμένο, 
το ίδιο σώμα το ήμερο, να σε ζητά, 
και να ρωτά πως και γιατί,
όταν σε ξέρει μόνο πλέον σαν μαχαίρι.  


Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2024

Το πουλί στο παράθυρο

Η αγάπη είναι μια λέξη βουβή. 
Συνήθως μιλάει για την μακρινή χώρα 
παλιών αγκαλιών και για τις σκόνες τους.
Η τεράστια έκταση ενός μικρού σώματος
απλωμένου στο ακόμα ζεστό κρεβάτι.
Που δεν αφήνει ακόμα χώρο για άλλο όνειρο.

Κάθε πρωί, πιο πρωί, κάθε φορά,
σε δυο δευτερόλεπτα φλύαρα, ομηρικά ταξίδια,
κι εγώ θρηνώ για τον σφαγμένο ύπνο μου.

Ένα πουλί στάθηκε στο παράθυρο και φωνάζει:
Θα μου δώσεις αγάπη ;
θα μου δώσεις, 
πριν μου δώσεις πόνο;
Θα μου προσθέσεις ένα, 
ή έστω μισό, 
πριν μου τα πάρεις όλα;

Αλλά η αγάπη δεν φωνάζει.  Είναι μια λέξη στιφή. 
Συνήθως ηλεκτρίζεται ανάμεσα στα δόντια
πικρών στομάτων για να φωτίσει τις σιωπές τους. 
Η ελάχιστη απόσταση μεταξύ του μαζί και του χώρια
απλωμένη στο ακόμα ζεστό κρεβάτι. 
Που δεν αφήνει πλέον χώρο για το ίδιο όνειρο. 

Κάθε πρωί, και πιο πρωί κάθε πρωί,
σε λίγα δευτερόλεπτα σιβυλλικά, ομηρικά ταξίδια,
κι εγώ θρηνώ για τον σφαγμένο ύπνο μου.

Ένα πουλί έφυγε απ' το παράθυρο που φωνάζει: 
Θα μου δώσεις αγάπη ;
θα μου δώσεις, 
πριν μου δώσεις πόνο;
Θα μου προσθέσεις ένα, 
ή έστω μισό, 
πριν μου τα πάρεις όλα;


Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2024

Ένας - ένας

Τους νεκρούς μου τους θυμάμαι,
όλους έναν-έναν,
στα μέρη που τους πίκρανα.
Έτσι πληρώνω το ενοίκιο
του κοινού μας χρόνου.
Το φεγγάρι έκοψε μια γωνιά του
και την καίει λιβάνι,
στους νεκρούς μου,
κι εγώ σαν κύμα
τσακίζομαι πάνω τους.

Τους νεκρούς μου τους ξέχασα,
όλους έναν-έναν,
στα μέρη που με πίκραναν.
Έτσι μου ξεπληρώνουν το ενοίκιο
του κοινού μας χρόνου.
Το φεγγάρι γέμισε μια γωνιά του
και 'γω καίω λιβάνι
στους νεκρούς μου,
που σαν κύμα
τσακίστηκαν πάνω μου.


Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2024

Ρωσικός μπρουταλισμός

Τεράστια μπλοκς μπετό μετακινούνται.
Μετασχηματίζονται 
κάθε βράδυ,
εξωραϊσμένες αγκαλιές,
αμερικάνικες μετοχές γέλιου,
ακρίβεια πληθωριστική.
Απρόσιτη πια κίνηση 
τα βρεγμένα μαλλιά στην παραλία 
δίπλα στην πετσέτα,
απέναντι απ’ τον ήλιο
το γερμένο κεφάλι, 
τα βρεγμένα μαλλιά,
μια πετσέτα, 
μια υπέροχα ανοιχτή θάλασσα,
το ναυάγιο, στο κέντρο του κόλπου,
εκείνο το αόρατο τέρας ανάμεσα μας,
στο κέντρο του δωματίου,
παίρνει σώμα και αίμα,
χαλυβδώνεται,
γεννά συμπαγείς εφιάλτες.

Ποιος να μου πει το παραμικρό
για αυτή τη θυρίδα τρυφερότητας,
στη μέσα μεριά του στέρνου μου;
Ποιο μπαστούνι θα με οδηγήσει,
στην άγνωστη αυτή γη μου.
Ομάδες με δάδες χτενίζουν μαύρα δάση
τα παγωμένα βράδια αυτού του μακρύ χειμώνα.
Δεν χάθηκε το παιδί του ονείρου μας.
Ένας γέρος δίχρονος,
τρίχρονος, 
τυφλός που περιφέρεται
παράξενα αγγίζοντας το κάθε δέντρο,
ψηλαφίζοντας για το μαχαιρωμένο σημάδι
εκείνο που σκαλίστηκε
πάνω απ’ το νερό
πάνω στη γέφυρα
πάνω, 
δίπλα στα λουκέτα
πάνω στο νερό και γλίστρησε
σαν μέρα ανυποψίαστη
κι έφυγε, ενώ μένει
πάνω στο μαχαίρι
πάνω στο νερό
πάνω στη γέφυρα
πάνω στο χέρι χαραγμένη.

Ακούω την ησυχία των δέντρων.
Κάποια πουλιά ξυπνήσανε
και κρώζουν τον ήλιο.
Στο φως τέτοιες λεπτομέρειες περιττεύουν:
ένα κι ένα κάνουν δύο
και τα κρυφά αποσύρονται πάλι
σαν φαντάσματα που φοβούνται τους ανθρώπους.


Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2024

Το βιβλιοπωλείο

Έξω απ’ το ΔιπλοΤεράστιο
με τα τετράδια και τα αίματα,
σου άφησα δυο φορές
από ένα φτερό ψίχουλο
και λίγο πιο κάτω
ένα παλιό καλοκαιρινό 
ιταλικό 
τραγούδι,
πριν το φθινόπωρο παραδοθεί
στον μακρύ χειμώνα.

Τα πουλιά της πλατείας
αυτόπτες κι αυτήκοοι,
και δυο 
και τρεις οι φόνοι.

Μια μπαλαρίνα ντύνει τα χείλη της
μ’ ένα κραγιόν του ‘62
κι εγώ μένω για χίλια χρόνια
να κοιτάω έναν βάλτο από ψηλά, 
με την καρδιά κλεισμένη
σε πέρλα μαύρη.
Αυτό να ‘ναι το κάστρο μου
το χαραγμένο στο λείο μέσα
ενός σπασμένου οστράκου.

Το ‘69 γύρισες να μου πεις
πώς ολόκληρος ο κόσμος
που κατέκτησες,
ολόκληρη η ζωή σου
που κέρδισες…
είναι ένας πίνακας λειψός.


Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2024

Άτιτλο

Όταν σε ονοματίζω
διατηρώ το πτώμα σου ζεστό.
Αποκαλώντας σε,
επίδοξος Φρανκενστάιν,
ανασυνθέτω στην κοπτοραπτική
τον τέλειο ζωντανό.

Έτσι σε αναμασώ,
προσπαθώντας να θυμηθώ
τη γεύση σου,
ανάμεσα στα δόντια, τα ούλα
και το σάλιο μου.

Όμως ο τίτλος είναι πέτρα
και η φωνή μόνο σφυρί.
Το όμορφο μάρμαρο, 
όσο λείο, 
τόσο άγευστο και τόσο κρύο.

Κι αν φτιάχνω 
κι αν αγκαλιάζω 
κάτι οριστικό,
ακόμα κι αν το κεντώ,
με το καλέμι και το αίμα μου,
όσο κι αν γλείφω την πληγή του
πέτρα είναι η πέτρα,
και σώμα το σώμα.
Ας λέω, κι ας παρηγορούμαι,
πως αν της δώσω ένα όνομα,
μπορεί κάποτε να μου μιλήσει.



Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2024

Παραδοχές

Αποφάσισα σήμερα να μην ξαναμιλήσω
για το φως και το χρώμα της ημέρας
για την αντανάκλασή τους στο μαύρο
το χιλιόφυλλο μαύρο, των κυμάτων,
για τη μυρωδιά του λουλουδιού εκείνου
με τα αδρά του, τα ανοιχτά του πέταλα, 
για το βαρύ και το ελαφρύ σώμα
ενός δέντρου φυτρωμένου 
με κλαδιά δάχτυλα χοντρά και κορμό λυγερό
με φύλλωμα στιλπνό, κορμό λεπτό,
ευαγκάλιαστο, 
για το στοιχειωμένο παράθυρο δίπλα στο κρεβάτι, 
για το καταραμένο κρεβάτι δίπλα στο παράθυρο, 
για ένα τραπέζι και δύο καρέκλες 
κάτω από τον παράδοξο ήλιο μιας κρύας άνοιξης,
για μια φωτογραφία μπλε, 
μια θάλασσα μαύρη δίπλα σε μια ματωμένη αμμουδιά,
που ήταν άγρια η θάλασσα,
που 
έπρεπε να καταλάβω, την κουβέντα
- ζούμε σε άλλο έργο - 
που δεν κατάλαβα  
τον πύργο από πέτρες που χτίζονταν,
πέτρα στην πέτρα, όλο ψηλότερα μέχρι 
που κρύφτηκε το δέντρο,
πέτρα την πέτρα, 
το δέντρο,
να μην λέω άλλο για τον πικρότερο καφέ, 
και το γλυκόπικρο κρασί της ματαιωμένης Κανά,
το κρύο, αυτό το κρύο, στη μέση του καλοκαιριού, 
στη βάρκα που πήγαινα μακριά του,
για ένα κουρασμένο δωμάτιο,
και δύο παλιά πόδια. 

Αποφάσισα σήμερα να μιλάω μονάχα, 
για μαυρομάλληδες προγόνους, τα σχετικά τρίγωνα, 
και το μπαλκόνι πάνω τους. 
Για ένα σπαρταριστό κομμάτι ωμό κόκκινο, πορφυρό, 
που κρατούσα στο χέρι, και που μασούσα στο στόμα, 
και που τύλιγα στην στοργή του κατάλευκου.  
Για εκείνο το ίδιο παράθυρο, 
που όμως έβλεπε σ' έναν υπέροχο βασιλικό κήπο γαλλικό, 
(κι όχι στο γυάλινο πάρκινγκ που αναβόσβηνε όλο το βράδυ
και που δε μ' άφηνε να κοιμηθώ, στο κρεβάτι με τα χίλια καρφιά)
με παρτέρια πολύχρωμα και χαλιά καταπράσινα
και δρόμους φαρδείς, ώχρα ανοιχτή και μπεζ χαλίκι, 
και το υπέρλαμπρο φως τους το κυριακάτικο. 
Κι ας ήμουν σ' ένα κουτί φυλακή. 
Για το σώμα μου γυμνό, για ένα φύλλο συκής 
φτιαγμένο από μελαμίνη και μέταλλο.
Για τα δυο ξυπόλητα κορίτσια, με τα όμορφα πόδια, 
που τα βήματά τους τρυπάνε τη γη. 
Για την ντροπή σε κάθε διαπραγμάτευση παράδοσης, 
για το κλάμα της και τον θρήνο της, 
για την ανυποψίαστη, τετελεσμένη ήττα 
του κάθε αθώου το ακούσιο τζογάρισμα, 
την άγνοια αυτού που βαδίζει στον δρόμο, 
και την συνενοχή αυτού που ξέρει.

Αποφάσισα να μιλάω μόνο για το όνειρο,
και την φαντασία. 
Κι ύστερα,
από την άκρη του κρεβατιού μου γαντζωμένος, 
το παραδέχτηκα:  
πάντα για τη φαντασία μιλούσα. 
Αλλά κάποτε 
και για το όνειρο.  

 

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2024

Στρατηγικές του βίου

Στην κολυμπήθρα μου, πεδίο.
Κι οι νευρώνες, σιλωάμ, μυθικοί ήρωες.
Τα μικροσκοπικά τους χέρια 
κρατούν το ολόκληρο βάρος του κόσμου.

Μια γυναίκα πιο βαριά από την πέτρα
τρέμει στη χούφτα μου.  
Με το μέτωπό της αρραγές μέσα μου
κι ένα μαχαίρι αμβλύ
δρέπει τη ρίζα μου.

Δεν περνάει η βοή.  
Μήπως χώνευα ανέμους
εξαιτίας σου;
Ένα όμορφο σώμα με καταπίνει.
Στο σκοτάδι της κοιλιάς του, 
αντηχήσεις. 
Ένα όμορφο σώμα,
θάμπος σε γυαλί αντανακλαστικό,
σε μηχανή ραγισμένη,
σε πίνακα ή σε σκίτσο, 
άκρη της πέννας,
εντύπωση σινική,
μπλε κούραση.  
Ασημένια πίκρα.  

Υφαίνω-ξυφαίνω
την ιστορία του παιχνιδιού αυτού 
που έσπασε. 
Μια σαΐτα τρώει τα χέρια μου
μια σαΐτα πλέκει ξεπλέκει
κι η σχηματιζόμενη εικόνα
μαγική. 
Όμικρον για το ταξίδι
Πι για τον γυρισμό
Όμικρον για τον θάνατο
Πι για τη ζωή
Ταυ για την απόσταση που
πρέπει να φύγω.

Κινώ το πιόνι.
Είναι απόπειρα τοπογραφίας.
Αυτή είναι η μόνη μου στρατηγική.
Όλο λέω να μη ξανακοιτάξω 
από 'κείνο το παράθυρο
κι όλο το θεμελιώνω ως πάθος μου.
Και περπατάω
σαν να θέλω μόνο να γεμίσω
έναν τετράγωνο α
υτοσκοπό.

Κοιτάζομαι πάλι στον καθρέφτη του ασανσέρ.
Σε λίγο θα σε ξανασυναντήσω
και θα με ξανακοροϊδέψεις.
Δεν πειράζει. 
Μέτρα τα παιδιά μου. 
Θα σου μετρήσω τα μαλλιά. 
Αποσαφήνισε παρελθόντα ενδεχόμενα. 
Ύβρις ονειρευόμενη.
Νέμεσις μονάχοι μας,
στο πεδίο.
Μαγνητικές γραμμές να μας χαράξουν
οριζόντια και κάθετα 
σαν να 'μαστε οι τόποι.


Παρασκευή 30 Αυγούστου 2024

Λακανισμοί

Επειδή είσαι άγαλμα, σου ζήτησα να μην κινείσαι.
Επειδή είσαι αρχαίο, σου αφαίρεσα όλα τα χρώματα. 
Είπα, "πως γίνεται να είσαι άγαλμα;" και έπαψα να σου μιλάω.
Είπα, "πως γίνεται να είσαι αρχαίο;" και έπαψα να σε κλαίω.

Επειδή είσαι τραύμα, σου ζήτησα να με γιατρέψεις.
Επειδή είσαι αρχαίο, μου αφαίρεσες όλα τα χρώματα. 
Είπα, "πως γίνεται να είσαι τραύμα;" και έπαψα να σου μιλάω. 
Είπα, "πως γίνεται να είσαι αρχαίο;" και συνέχισα να σε κλαίω.


Δευτέρα 12 Αυγούστου 2024

Προσοχή. Πέφτουν Σοβάδες.

Απ' τα γκρεμισμένα μπαλκόνια σας
Απ' το σπίτι που κάποτε μίσησα
Κοιτάζω
να μεγαλώνει η περίμετρος του κύκλου σου.
Με εύστοχες, προνοητικές ταμπέλες
που τότε δεν μερίμνησα να παρατηρήσω,
με την παιδική χαρά του Ελύτη, 
την ησυχία της καλοκαιρινής ραστώνης
να τρυπά τα κόκκαλά μου
σε καλώ, 
όπως παλιό φίλο
"με φοβέρες και αίματα",
σε κοιτάζω
όπως το σφάγιο το μαχαίρι,
τον σφαγέα του,
με φοβέρες και αίματα,
σε καλώ,
πλεονάζων σαν ωκεανός
ενώ λύση είναι η λειψυδρία, 
η εξάτμιση, η εξαύλωση. 

Πως να εμπιστευτώ τον τυφλό ωρολογοποιό;
Πως να αφεθώ στη σοφία της φύσης;
Πως να ξεχάσω το πιο πρόσφατο όνομά μου, 
και το πιο δυνατό;
Πως να με αποκαλώ πια;
Δεν λείπει η πρόθεση!
Μου λείπει η μέθοδος. 
Είναι άδεια τα γεμάτα σου μάτια μου. 
Οι μέρες είναι ασκήσεις εγκράτειας. 
Εφτακόσια βράδια νηστεύω, 
νηστεύω, και σε λίγο θ' αγιάσω. 


Πέμπτη 8 Αυγούστου 2024

Το ερώτημα του Thomas Nagel ή αλλιώς πότε ανάβει τσιγάρο ο καπνιστής

Το ερώτημα του Thomas Nagel 
ή, αν θέλετε, το πότε ανάβει τσιγάρο ο καπνιστής,
είναι ένα ερώτημα προφανώς έγκυρο. 

Το βίδωσα, το ηλεκτροκόλλησα, πάνω σου. 
Κι αυτό, αν θέλεις, είναι μια πράξη ονειρική. 
Και μια συνήθεια εξίσου καπνιστική.  

Τα μάτια μου, κοιτάζουν μονοφασικά
μια θηριώδη εγκατάσταση αχόρταγων καλωδίων. 
Ακόμα και γίνω ελάχιστος για να μελετήσω κάθε διάστασή της
ακόμα κι αν μεγαλώσω μετά, για να γεμίσω κάθε κενό της,
ο Thomas Nagel έχει ήδη αλλάξει όνομα και διεύθυνση,
το τσιγάρο έχει ήδη σβήσει, και το ερώτημα δεν θα απαντηθεί ποτέ.  

Εξάλλου,
εγώ πια, 
έναν μόνο λόγο έχω... 


Δευτέρα 5 Αυγούστου 2024

Η κλίμακα Ρίχτερ

Μετατοπίστηκε το κέντρο των ονείρων μου

είδα την αρένα του θεάτρου
και το γυμνόστηθο σώμα μου να οδηγεί
τις μουσικές μου
καλοζυγισμένα νταμάρια κομμένα
με ακριβές μαχαίρι
η νότα, μπίλια που αναπηδούσε
στα τοιχώματα της μήτρας της
σαν νερό
είδα το νερό να αλλάζει κοίτη
και τον ελαφρύ ιδρώτα μου γλυκό
στη βάση του λαιμού μου
τον άνεμο, ποτάμι να σαλεύει ελαφρά
τα βλέφαρα δέντρα μου
τα κλαδιά των μαλλιών μου
είδα λαγωνικό χέρι στο μπράτσο μου,
αντί της ξένης μου.

Κι ύστερα η αρένα έγινε θάλασσα
το χέρι μου απόχη
κλειστά τα μάτια μου βρήκαν το στρείδι
και τ’ ανοιχτό του κέλυφος
και την πυκνή του σάρκα
κι ήταν κουτάλι γεμάτο νερό αλμυρό
και λεμόνι
που άχνιζε στο στόμα μου

Κι έγινε η θάλασσα ένα σύκο ώριμο
παγωμένο ανοιχτό στη χούφτα μου
που μοιάζε η ρουμπινιά σάρκα του
με την έξαψη της γλώσσας
που θα συναντήσει σώμα αγαπημένο
με χείλη αχόρταγα με δόντια λυσσασμένα
χώθηκα μέσα του να δαγκώσω αυτό το μέλι
και να το φορέσω ρούχο καθαρό
και μέσα σε αυτό το φως να μένω λερωμένος. 


Τρίτη 30 Ιουλίου 2024

Τα εις εαυτόν

Τι ένδοξη νύχτα.
Ο Μάρκος Αυρήλιος παρελαύνει.
Οι Γερμανοί - θα 'πρεπε να ξέρουν πως κατακτήθηκαν - 
σπάνε ακόμα κεφάλια Ρωμαίων.
Κι αυτός, σώμα με σώμα, κερδίζει πιθαμές εδάφους,
ακόμα μακρύτερα από τη Ρώμη, 
ακόμα κοντύτερα στον θάνατό του.

Σε λίγο ο κόμμοδος γιος του θα τον σφίξει 
ακόμα πιο θερμά - ακόμα πιο οριστικά.
Διαδέχεται το καλό το κακό,
μα δεν το ξέρει αυτή την ένδοξη ώρα
που σπρώχνει τους Γερμανούς πίσω απ’ το ποτάμι,
ακόμα πιο γερασμένος, ακόμα πιο θεός.

Φεύ!
Ένας πελώριος Σάξονας, ένας Βησιγότθος
κραδαίνει και στριφογυρίζει στον αέρα
βαρύ σφυρί, 
συριγμός θανάτου,
ακόμα πιο κοντά στο κεφάλι του,
μια τεράστια αρκούδα, μια ακαταμάχητη δύναμη της φύσης.
Ναι, θα τον κάμψουν ίσως τώρα οι λογικές λεγεώνες,
θα τον κόψουν τα έμπειρα, τακτικά στρατεύματα,
μα τα γυρίσματα του φονικού σφυριού
και η σφιχτή αγκαλιά του γιου του,
θα πνίξουν τον θεϊκό Αυρήλιο
την ώρα που θα ξεκουράζεται νικητής,
την ιερή ώρα του ύπνου του.


Φτωχέ Αυρήλιε
ό,τι με αίμα έχτιζες τόσα χρόνια
το χάνεις σ’ ένα βράδυ
από σφυρί Γερμανικό,
απ’ του παιδιού σου την αγάπη,
απ’ της Ιστορίας την άδικη πλοκή.


Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

Χίλιες φορές

Χίλιες φορές οι κρώξεις των γλάρων,
απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
πέντε και μισή το πρωί,
λοξοδρομήσασες απ’ την ακτή,
λιμοκτονούσες, να τσιμπολογούν
απ’ τον λιγοστό μου ύπνο
απ’ της κούρασης μου το περίσσευμα
απ’ της ανάγκης μου την αγωνία
έξι παρά χίλιες φορές
και πιο νωρίς κάθε βραδιά
να μου ευφραίνουν τα αφτιά,
από του ύπνου μου τις ακούσιες παραχωρήσεις
σε κάθε λογής απρόσκλητα ρήγματα
σε ρυάκια, ποτάμια, χείμαρρους, καταρράκτες
πλημμυρίζοντες άκακες πεδιάδες,
χίλιες φορές
απ’ της εκπόρνευσης αυτής την θλιβερή πληρωμή,
να ‘χω τ’ ασυγχώρητα μάτια μου ανοιχτά
τα ευσπλαχνικά αφτιά μου γεμάτα
και του αστακού που ανατέλλει
από τη μέση του στέρνου μου
τα κοφτερά χέρια συμμάχους.

Χίλιες φορές κι ο νησιώτης αέρας
να τραντάζει το κρεβάτι και τα σκίαστρα
στα παράθυρα που τίποτα δεν κατάφεραν
να κρύψουν από το ραδιενεργό το φως.


Τρίτη 16 Ιουλίου 2024

Ένας πρίγκιπας στον καθρέφτη

Ο ορίζοντας είναι καθαρός
Το φως άπλετο
Η θάλασσα νόστιμη
Το ψωμί αχνίζει

Ποια αρχαία κατάρα με μεταμόρφωσε
από πουλί σε δέντρο;

Ο ορίζοντας είναι καθαρός
Το φως άπλετο
Η θάλασσα νόστιμη
Το ψωμί αχνίζει

Να κοιμηθώ στα ανθισμένα κύματα
στίλβουσα σταγόνα



Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

Τα χείλη

Μέσα στα χείλια αυτά κρύβονται σώματα 
παλιά και σώματα επόμενα
κάτω απ' το δέρμα 
χωμένα φιλιά
καρπίζουν και σαπίζουν
άνθη κερασιάς και διωναίες.

Μέσα στα σώματα αυτά κρύβονται χείλια
παλιά και χείλια επόμενα
κάτω απ' τη μύτη μυρωδιές
χωμένα επιθήλια
ανοίγουν και κλείνουν
πορτοκαλιές κι άκαρπα δέντρα. 


Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

Τα οργωμένα

Πάντα
ένα τρακτέρ μέσα του οργώνει τα οργωμένα.
Έκανε τον άθεο θρησκευόμενο 
και παρακαλάει για λίγα ξερόχορτα,
δυο σβώλους χώμα, λίγη αγρανάπαυση, 
καθώς θρυμματίζεται και κονιορτοποιείται.   

Αβάσταχτο καλοκαίρι, η βροχή. 
Η βροχή ως μεθοδολογία.
Να στομώσει τα λάστιχα.
Να βουλιάξει τη μηχανή. 
Να σπάσει τους άξονες. 
Να πνίξει τον αρότη.  
Η βροχή θα φυτρώσει τη γη του.  


Κυριακή 9 Ιουνίου 2024

Τα βράδια

Τα βράδια είναι σφάγια
Θυσιάζονται στο βωμό ενός θεού χωρίς αισθήσεις
Τα βράδια είναι σφαγεία
Σφοδρές επιθυμίες και όνειρα τρυφερής ηλικίας
Τα βράδια είναι σφαγείς
Οδηγούν τρυφερά στην Αυλίδα, κάθε αθωότητα


Πέμπτη 6 Ιουνίου 2024

Το επόμενο δευτερόλεπτο

Καθώς ετοιμάζομαι να αφήσω την ψευδή κυριαρχία επί του σώματός μου
σε κάποιο ξένο μαχαίρι,
ακούω απ´ τη σπηλιά μέσα μου αρχαία ηχώ και σκιές που αντηχούν στα τοιχώματα της.

Τα ψέματα, τα θυμάμαι όλα ένα προς ένα.
Τραντάζεται ο κόσμος στα μάτια μου και κουνιέται σαν σε χαλασμένο μοντάζ.

Έχω μαζί μου και μια βαλίτσα που ‘χα αγοράσει απ’ το Λονδίνο το οχτώ.
Χαρακωμένη. Επισκευασμένη. Με σελοτέιπ και βίδες. Τη λέω πιο δική μου απ’ το σώμα μου. Που πήγαμε παντού.

Όλα τα πιστεύω, μη τυχόν και νιώσεις άβολα.
Όλα τα πίστεψα. Και τα κρατώ σαν αλήθειες.

Κοιτώ απ’ το σώμα της βαλίτσας μου το σώμα των οστών μου.
Τι είναι αυτό το δοχείο που μεγαλώνει και γερνάει γύρω μου;
Άτσαλη βάρκα που τραμπαλίζεται στο κάθε κύμα του καιρού.
Αδέξια φορτία φορτωμένη. Με τα στομάχια τους αδειασμένα. Ξεραμένα από τον ήλιο. Διαδοχικά φορτία.

Μακρείς διάδρομοι χλωρίου με φέραν εδώ
για να ντυθώ νυφούλα και περιμένοντας τον νυμφίο να με ξυρίσουν σαν γαμπρό.
Στεντόν και δάκρυα. Λύνονται τα χέρια μου που θα δεθούν.
Ήχος από ρόδες κρεβατιού. Λάστιχο και μέταλλο και μωσαϊκό. Για ποιον πλησιάζει αυτή η κρίση; Μεταξύ των παραβάν κρυμμένες οι επόμενες επισκευές.

«Επικυρώσατε πιθανάς επιπλοκάς με σχετικήν υπογραφήν σας».
Με έναν φτηνό bic σας παραδίδω το παρόν.
Όλα στη ζωή μεγάλες παραχωρήσεις εμπιστοσύνης.
Επικυρωμένες πιθανές επιπλοκές.

Με το φτηνό bic κομμένες τρίχες στα λευκά σεντόνια.
Θυμήθηκα κάποια άλλα μαλλιά, ένα άλλο καλοκαίρι δίπλα στη θάλασσα με ιδρωμένα σώματα ερωτικά. Και να. Το επόμενο δευτερόλεπτο, με το επόμενο καρότσι,
ήρθε η σειρά μου.


Τρίτη 4 Ιουνίου 2024

Προεγχειρητικώς

Άλλο ένα όριο σήμερα.
Κρατώντας σφιχτά το βγαλμένο χέρι με το άβγαλτο,
πάλι θα πρέπει να αποφασίσω
πως πια τα γράμματα θα πρέπει να τα ζωγραφίζω,
να μη τα γράφω, 
τόσο που οι λέξεις να ξαναβρούν την εγγενή ασάφειά τους
να απαλλαγούν από τα βάρη τους
να αναληφθούν προς ελαφρύτερες σφαίρες νόησης.

Άλλα τρία κοψίματα αύριο.
Λες και δεν χόρτασε το εύθραυστο όριό μου
τομές και επουλώσεις και επιμένοντα τραύματα,
και σκουριασμένα χάδια λες και δε χόρτασε
το αειπάρθενο στέρνο μου
κενότητες, αφαιρέσεις, αφορισμούς.
Τι ώρες αυτές τις μυστικές σκέφτομαι 
ένα στήθος
που το μωρό μέσα μου, το κλαίει ακόμα. 
Σκέφτομαι κι ένα παραπέτασμα στιλπνό, μαύρο,
ευωδιαστό, που συσκότιζε μητρικά, 
κι όλα γίνονταν ανεκτά τότε 
κι απαλύνονταν ο ορίζοντας της ζωής. 

Κι αυτή η προσευχή δεν είναι έκκληση. 
Κι αυτή η έκκληση δεν είναι κραυγή. 
Κι αυτή η κραυγή δεν είναι μοναξιά. 
Κι αυτή η μοναξιά δεν είναι ανάμνηση. 

Φοβάμαι μόνο μη γίνουν πουλιά, 
τα ζωγραφισμένα μου γράμματα και πετάξουν.
Πετάξουν κι αυτά και τότε; 
Τι θα 'μαι εγώ τότε;


Παρασκευή 31 Μαΐου 2024

Εαρινός κάματος

Η φέτα τρίβεται με τα δάχτυλα πάνω από τη σαλάτα
κι είναι αυτό μια αχρείαστη επαναχάραξη της μνήμης
μαζί με την καντίνα δίπλα στο γραφείο και τη συννεφιά,
μαζί με μια ξένη γειτονιά - στο υποκοριστικό της - 
μαζί και με τον ρυθμό της αναπνοής, 
οδυνηρές, περιττές επαναχαράξεις.

*

Στην έμπαση της Ιστορίας στον νέο μετά Χριστόν αιώνα, 
οδηγό σημείο, ακόμα, το παλιό Του σώμα. 
Κι όλη η καινούργια εποχή, ένα ανεπίληπτο πρόβλημα 
συγκερασμού ανάγκης κι απουσίας.  

*

Ακούραστο μυρμήγκι
συνέλεξα όλο το καλοκαίρι
σπυρί-σπυρί την κούραση και την πίκρα. 
Μη φοβάστε!
Ανεξάντλητα πια τα αποθέματά τους!
Φαίνεται πως έτσι θα βγάλω 
πολλούς χειμώνες αδρανείας.   

Στην Ινδία οι άνθρωποι αγαπιούνται
με κάθε τρόπο.
Εδώ ξεχνιούνται με όλους.
Γι' αυτό εγώ τρίβω την φέτα με τα χέρια
κι αναζητώ ένα πεδίο αχανές, σημειακό
να αποθέσω το κεφάλι μου με ασφάλεια
και να κοιμηθώ εκατό χρόνια.  


Πέμπτη 16 Μαΐου 2024

Kintsugi

Με τον τροχό μου το υπενθύμισε:
Πολλά χημικά προβλήματα έχουν μηχανική λύση.  
Εξού και το κόκκινο, που όταν μεγαλώνει γίνεται μωβ.

Κερασιές χωρίς καρπούς οι παλιές μέρες.
Κι οι νέες ένας μοχλός καρτερίας. 
Ο Σιντάτρα Γκαουτάμα αναζητάει
τον πλεγματικό άνθρωπο,
που αντί να τεκνοποιήσει 
ξαναμπαίνει στη μητρική γαστέρα,
για ξαναγεννηθεί ντάλιτ,
και να ξαναγεννηθεί ντάλιτ,
σ' απέραντα λιβάδια αδρανείας,
ώσπου να βρεθεί 
ο γενναίος που θα αγγίξει τον ανέγγιχτο
κι ο τεχνίτης που θα γεμίσει με χρυσό τον σπασμένο
και η ρίζα ώστε να θιγεί, να θιγεί και να ριζώσει ο νομάς. 

Πολλά χημικά προβλήματα έχουν μηχανική λύση. 
Εξού και το γκρι αναδεικνύεται με το χρυσό. 
Με το μαχαίρι μου το υπενθύμισε.  


Παρασκευή 3 Μαΐου 2024

Φως

Ήρθε απόψε η Άνοιξη και με βρήκε στον ύπνο μου. Φορούσε σώμα κοπέλας ψηλής με στήθος στητό και σφιχτή κοιλιά, με βοστρύχους με στεφάνωσε και με έλουσε σε φως τυφλωτικό, αβάσταχτο. Κατάλαβα έτσι, κι αγκάλιασα τον προηγούμενο βαρύ, βαρύ χειμώνα που κράτησε τρία χρόνια και τρεις μήνες. Ξάπλωσα στο παγανιστικό χορτάρι κι άφησα το Ελληνικό φως της να τρυπήσει το στομάχι μου και να γειωθεί στο χώμα κι εγώ μαζί και να γίνουμε χώμα, λουλούδι, γέλιο, τόσο γέλιο όσο στερήθηκα τρία χρόνια και τρεις μήνες, όσο γέλιο μου στέρησε ο εκείνος ο μακρύς γερμανικός χειμώνας, η προίκα μου γι' αυτόν τον αρραβώνα.


Πέμπτη 2 Μαΐου 2024

Λειτουργία επιβίωσης

Υδραργυρικός έρωτας 
λαγωνικά αναζητά,
με τη μύτη πυξίδα,
γνωστές εκτάσεις να συντριβεί.

Εκτείνεται
και συνθλίβεται 
ευθέως ανάλογα
της σφοδρότητας του μύθου.

Όλο το βράδυ, 
όλα τα βράδια, αναμέτρηση.
Ομοιοστατική ποίηση σπάει την πλάτη της,
για να απλώσει παρηγορητικό άγγιγμα.

Κι έτσι μαζί, μακριά, 
βαθαίνει κι άλλο η αγάπη,
με εξορύξεις αρχαίων τραυμάτων,
με ανατινάξεις ασαφών σκοπών. 

Ελλειμματικό το σώμα 
κουτσαίνει την απουσία.
Αναζητούνται παλιά φιλιά στα χείλη
κι αυτά κρύβονται όλο και βαθύτερα.

Μέσα στο στόμα, πέτρα, ομιλία, 
σαν κάτι που ευφραίνει
και τρέφει, και σαν φαρμάκι 
καταπίνεται με κάθε ανάσα.


Τετάρτη 24 Απριλίου 2024

Στον παιδότοπο

Χτες με παράτησε η μητέρα μου
Μόνο σ’ ένα αχανές πάρκο
Με παράτησε κι εγώ πάγωσα
Με τρόμο παραλυτικό την αναζήτησα
Με τα μάτια μου την αναζήτησα
Με την ανάσα μου, με κάθε μου κύτταρο
Μα δεν ήταν πουθενά
Απ' τη μια στιγμή στην άλλη, 
άνοιξε η γη και την κατάπιε
Λίγα δευτερόλεπτα πριν παίζαμε στην άμμο
Χτίζαμε ένα σπίτι όμορφο
Κάναμε όνειρα, γελούσαμε παιδιά
Ύστερα, δεν θυμάμαι, 
λες να της έριξα άμμο στα μάτια; 
Εξαφανίστηκε!
Φώναζα, έκλαιγα, έτρεμα, 
κανείς να με ακούσει.
Καμία αγάπη και καμία παιδική χαρά.

Χτες με παράτησε η μητέρα μου
Κι είναι λέω αυτό, μέγιστη πράξη ερωτική.


Δευτέρα 22 Απριλίου 2024

Πόσο μάλλον

Ακόμα και τον Παρθενώνα
ο καιρός κι η φθορά τον εξύψωσαν έτι.
Τα κύματα των αιώνων τον ξεθώριασαν
και τον αθανάτησαν. 
Αφέθηκα κι εγώ στον ήλιο και τον αέρα, 
μήνα τον μήνα, 
να χάσω όλα τα χρώματά μου.
Έχασα, έσπασα, ακρωτηριάστηκα, 
κι απέκτησα, λέω, σε αντάλλαγμα
ύψος δυο πόντους παραπάνω. 

Έγινα όμως εύθρυπτος 
και στο ποτάμι αυτό δεν άντεξα. 
Ούτε το δάμασα.  
Ούτε καν το εξέτρεψα κατά τι. 
Αφρόντιστη, ασυντήρητη κοίτη, 
στόμωσες.
Επιμερίστηκε η αγάπη και φτένυνε.
Κι εγώ που πόνεσα τόσο
δεν θέλησα να μου χαριστεί τίποτα.
Κέρδισα το βάθος του Πύρρου. 

Όπως καταρρέω τόσο καιρό, θα ανορθωθώ.
Μα αυτή η παλινόρθωση θα
αχρηστεύεται πάντα 
από έναν σταθμό τερματικό,
από μια ανεισάκουστη πρόταση, 
από δυο-τρεις φωτογραφίες 
τάχα γελαστές
σε μια έρημη τρύπα, τριάντα μέτρα
κάτω απ' την κεντρική πλατεία. 


Τετάρτη 17 Απριλίου 2024

Η γλώσσα

Θρηνώ της γλώσσας το θάνατο.
Η γλώσσα είναι μια πέτρα 
και βουλιάζει στη θάλασσα.

Θορυβεί πιο αιχμηρά κι από την μυρωδιά.
Στοιχειώνει στα επιθήλια.
Γεύεται τον ύπνο μου. 
Αναιρεί τα μάτια μου, 
κι όταν δεν κλαίω μπήγει τα δόντια της
στις τρυφερές παρειές της μόνης μου νιότης.  

Η γλώσσα μας είναι ένα παιχνίδι
που έσπασε στων χεριών μου 
τον αδέξιο χρόνο.  

Τώρα πια μοιάζει 
με κάτι που γνώρισα στον ονειροκαιρό. 
Σαν θεός του παλιού κόσμου που μ' ευλόγησε,
μα πέθανε πια.  Πέθανε.  


Τετάρτη 3 Απριλίου 2024

Καμπύλες μάθησης

Ξέμαθα. Δεν ξέρω πια πως δένεται ο κόμπος των παπουτσιών μου. Πως εξημερώνονται τ' αγρίμια και πως οι άνθρωποι. Όλα είναι ξένα και αφορούν πια άλλους. Το ημερολόγιό μου κενό. Χωρίς περιεχόμενο και σημειώσεις. Τα σώματα κενά. Χωρίς ειδικό βάρος. Τα μάτια αδειασμένα. Τα χέρια. Τα χέρια μου γέρασαν και στράβωσαν τα δάχτυλά τους. Ξέχασαν να κρατούν. Δεν θυμούνται πια πως να χαϊδεύουν. Τρέχουν αδέξια και ντροπιασμένα πάνω στις ζωντανές και τις νεκρές επιφάνειες. Τρέμουν επάνω στην έρημη επικράτεια του σώματός μου.

Τα πράγματα έχασαν τον πυρήνα τους. Όλα είναι κούφια. Άδεια κελύφη που αντηχούν χτυπήματα στην επιφάνειά τους, αναπαράγοντας παλιές ιστορίες και νέες δοξασίες. Επικοί θρύλοι γεννιούνται κι η κοσμογονία αυτή κοχλάζει καζάνι, στην κόλαση του δέρματός μου.  Δεν ξέρω πια πως να βλέπω, πως να ακούω, πως να ζεσταίνομαι.  Περπατώ προς την βρεφική ηλικία ξεμαθαίνοντας όλο και περισσότερα, μέχρι να αρχίσω να τρεκλίζω, να παραπατώ και στο τέλος να μπουσουλώ.  

Δέκα σελίδες μείναν όλες κι όλες για να τελειώσει αυτή η μασκαράτα.  Την καλώ τέτοια για να περισώσω την αξιοπρέπειά της.  Μετά θα ξεχάσω και να γράφω.  


Πέμπτη 14 Μαρτίου 2024

Χτες

Απόψε η πείνα μου απευθύνεται στις άκρες των δαχτύλων μου.
Στα νύχια, στις παρανυχίδες, σε κάθε κομμάτι που εξέχει.
Μπορεί να χορτάσω μ' αυτά ή να συνεχίσω, με το σώμα τους.  
Πόσο απέχει η μία ακρωτηριασμένη αγκαλιά από την άλλη;

Απόψε η δίψα μου χωράει σ' ένα ποτήρι κερί, με ουίσκι και λικέρ.
Στα αληθινά, στα ψέματα, σε κάθε σταγόνα, στο υψωμένο χέρι.
Μπορεί να ξεδιψάσω μ' αυτά ή να συνεχίσω, με το ποτήρι μου. 
Πόσο απέχει η μία σπασμένη δαγκωνιά από την άλλη;

Απόψε η λαχτάρα μου εκτείνεται στις ελάχιστες ώρες της μνηστείας.
Στη νύχτα που άνοιξε η γη και σώπασαν οι λύκοι για λίγο.
Μπορεί να ουρλιάξω, ή να κλάψω, ή να γελάσω, με το ποτήρι μου.
Πόσο απέχει η μία σπασμένη φωνή από την άλλη;  


Τετάρτη 13 Μαρτίου 2024

Ο εραστής

Ο εραστής είναι μπλε ηλεκτρικό,
κι εδώ, 
βαμμένο μαύρο.
Στο τελευταίο συρτάρι,
ανάμεσα στα ανακατεμένα πουλόβερ
τα εσώρουχα και τα καλσόν,
ξέμειναν ενεά, αλλά νεκρά, 
ένα σορτς και ένα τίσερτ.
Στους τοίχους του σπιτιού
πράσινος, 
κρεμασμένος από όλα τα καρφιά,
παρατηρητής
 του μικρού δωματίου,
του πιο ένδοξου πεδίου μάχης,
του παλιού ιδρώτα που αναμείχθηκε,
του ζωντανού σώματος που μετακόμισε.
Κάτω απ’ το νέον 
ακόμα πιο όμορφη,
στέκει ονειρική,
μια ταμπέλα που λέει:
"ο εραστής είναι μπλε ηλεκτρικό,
κι εδώ, βαμμένο μαύρο."


Τρίτη 12 Μαρτίου 2024

Το σπίτι

Ένας άντρας μπήκε στο σπίτι μου.
Πρώτα είδα τη σκιά του απ' το παράθυρο
άγρια ξημερώματα,
κι ύστερα τον άκουσα να σέρνεται
σχεδόν μέσα σε όνειρο.
Μέχρι να προλάβω να το υπερασπιστώ
ήταν μέσα του,
το πήρε.  Το πήρε και τώρα δεν μπορώ 
να ξαναζήσω πια εδώ.


Πέμπτη 7 Μαρτίου 2024

Ρητορικό

Κι αν πεθάνω ποιος θα διορθώσει όσα πρέπει να διορθώσω;
Για την σκληρότητά μου, ποιος θα απολογηθεί;
Γι' αυτό το όνειρο που νόμισα για ανάμνηση, ποιος θα θρηνήσει;


Παρασκευή 1 Μαρτίου 2024

Υπναγωγία

Ξημερώματα άνοιξης, πιστός
στο καθεβραδινό ραντεβού
στην πλατεία με το οξυγώνιο όνειρο,
αφήνω λουλούδια στο ίδιο ζευγάρι
όμορφων ποδιών με τα φουσκωμένα
δάχτυλα χωρίς νύχια.

Κάτω από τη στέγη των βιβλίων,
απ´ τα ρολόγια που πότε χειμωνιάζουν,
σπανιότερα ζεσταίνονται, στην υπναγωγία
και στην υπναπαγωγή,
ανοίγω κουβέντα με το αδύνατο
και ξαναπαίζω το παλιό
σε μιξντ τέϊπς γεμάτες αφιερώματα.

Τι να άλλο να κάνω Θεέ μου;;
Αυτή είναι η δική μου θυσία στο βωμό σου,
και με το σώμα μου και με το αίμα μου,
και με τα πολύπαθα δάχτυλά μου,
και με τα πιστά μου όνειρα
σου παρέχομαι απλόχερα κάθε πέμπτη πρωινή
στον όρθρο σου συναρτώ
ένα σώμα προσευχή
κι ένα σώμα καντήλι αναμμένο,
μ’ ένα ζευγάρι πόδια αλάβαστρο
κι μ´ ένα ζευγάρι χέρια αλάβαστρο
και με χιλιάδες σελίδες σεναρίου
ανεβάζω την ίδια, σε παραλλαγές,
παράσταση
για να Σε πείσω, Θεέ μου,
πως είμαι κι Είσαι αμαρτωλός.

Ανοίχτηκα κι απόψε στη μαύρη θάλασσα
του σύμπαντός Σου
μ’ ένα από κείνα τα καράβια
με τις πολλές κεραίες
και τα πολλά φωτάκια στις κεραίες
και με πυξίδα άγνωστα άστρα ανεβαίνω
δι-αγωνίας ανεβαίνω και πλέω
και πάω στο μεγάλο Τίποτα.

Και σε συναντώ σε στενό διαμέρισμα
και μου μιλάς, και δεν καταλαβαίνω τι λες
μα γελάω, Θεέ μου!
σαν να μην είναι όνειρο που σε ξαναβλέπω,
σαν να ‘ναι πράγματι άνοιξη,
και σαν να ξεδιψάει ανάλαφρη η ψυχή μου.

Μα με κλωτσάς, Θεέ μου, και πάντα ξυπνάω
στις έξι το πρωί,
στο πιστό ραντεβού με τον όρθρο σου
έξω απ’ τον γοτθικό ναό
πάνω στα χιονισμένα πλακάκια,
κάτω απ’ τα εργατικά ρολόγια,
πάνω απ’ τα εργατικά τρένα,
ανάμεσα σε άπειρα ηλεκτρόνια,
που σπινάρουν ορίζοντας ιλιγγιώδη κενά
που σε κρύβουν, Θεέ μου, σε κρύβουν,
κι εγώ δε σε βλέπω ποτέ πια,
παρά μόνο στις πέντε το πρωί,
κάθε βράδυ! στο πιστό μου όνειρο.


Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2024

Σημεία στίξης

Με βρέχει κόμμα
με συνέπεια κόμμα
ένα παλιό νερό κόμμα
σταγόνα τη σταγόνα κόμμα
με λεπτότητα και χάρη
με απόγνωση κόμμα
μ' απελπισία κόμμα
σε ένα τοπίο κόμμα
αγγλικής εξοχής κόμμα
τα μάτια κόμμα
τα μαλλιά μου κόμμα
τα ελληνικά μου πόδια κόμμα 
σέρνονται 
με ρωτάνε κόμμα 
τί κρατάω σφιχτά κόμμα
σαν πόνο στο στομάχι κόμμα
και σαν μαχαίρι κόμμα
σφιχτά κόμμα
απ' το χέρι τελεία 
Ας είναι κόμμα
κι η λάμα κόμμα
τους λέω κόμμα
αν τ' αφήσω κόμμα
τους λέω κόμμα
τι θα μου απομένει κόμμα 
από σένα ερωτηματικό


Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

Γεωγραφικό

Το σώμα σου είναι μια αχανής ήπειρος
κι ενώ πλέεις μες τα ρούχα σου
εγώ περπατώ μέρα και νύχτα τις άνυδρες ερήμους σου
αποφασισμένος για μια γουλιά πικρό νερό. 

Γίνομαι λαθραίος παραλήπτης
στα καρτ-ποστάλ απ' τα οικεία ξένα σου
και σε συναντώ μονάχα σε οάσεις ονείρου
που με ξυπνούν ακόμα πιο διψασμένο.  

Μεγάλωσε το τζιν σου.
Μην παραλείπεις να τρως!
Στείλε μου και δυο στάλες υγρασίας.
Είπαμε, είμαι κάκτος,
μα χόρτασα πια 
την ξερή σου άμμο.  


Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2024

Περί αγαλμάτων

Γυμνός προσχημάτων προσήλθα στο εδώλιο.  
Μια ενδόμυχη ελπίδα καιροφυλακτεί ακόμα  
ενώ αργεί πολύ να φανεί 
η παρηγορητική χώρα της απελπισίας. 

Ο ιατρός συνέστησε άμεση και οριστική απεξάρτηση!
Πλήρη, ολοσχερή, καθολική! 
Αλλά εγώ, συνεχίζω να σε καπνίζω μέχρι θανάτου.  

Λόγω αναταράξεων, φορέθηκαν οι μάσκες.
Με το κεφάλι πια στο σημείο 
μεταξύ της αιχμής και της βάσης
εκεί που κατοικεί μια οξεία, αιμάτινη ριπή. 
Κάτι το αιθέριο και χωμάτινο. 
Μια πηγή θρεπτικών γευμάτων 
για κάλυκες και φαιά κύτταρα.
Ασταμάτητη, ανίκητη, σαρωτική.  

Σου γράφω τις λέξεις που μισείς, 
με τοκογλυφικές φαντασιώσεις.  
Με υπομονή.  
Μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας.  
Για λίγες ψωροδραχμές σακατεύομαι.  
Με σκέψεις "παίξε, γέρασε" 
και με την αθρόα προσθήκη ετών
και από την κάλπη σου
και από τον θάνατο του.  

Ο ιατρός συνέστησε αλλαγή δίαιτας.
Πλήρη, ολοκληρωτική, καθολική,
οριστική διακοπή βρώσης
του σάπιου κρέατός σου. 
Αντικατάσταση από φρέσκα λαχανικά
και φρούτα κάθε λογής. 
Αλλά εγώ είμαι ύαινα και μέγας αποδομητής.   
Μέχρι τότε,
θα γλύφω τις πληγές των μάρμαρων σου
για να ανυψώνεσαι υπέρλαμπρα.  


Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2024

Ο βαρύς χειμώνας του '71

Θυμάσαι που αγαπούσες τα χέρια μου;
Έλεγες πως φρόντιζαν τους νεκρούς τόσο τρυφερά.
Τώρα μισείς τις λέξεις μου.  

Θυμάσαι τον βαρύ, γλυκό χειμώνα του '71;
Φτυάριζα χιόνι απ' την αυλή μου κι ίδρωνα για να προλάβω 
ακόμα ένα πεντάλεπτο μαζί σου.  

Θυμάσαι την απότομη κατηφόρα προς το σπίτι;
Έλεγα, "Παναγία μου, να μας κρατήσουν αυτές οι ράγες!".
Μας κράτησαν, μα γκρεμιστήκαμε.  


Τώρα εφευρίσκω νέους τρόπους για να σε γνωρίσω.
Και παλιούς για να σ' αγαπώ. 
Αποφάσισα πως δεν χρειάζομαι τα μάτια μου. 
Ας σε βλέπουν άλλοι.
Αποφάσισα πως δεν χρειάζομαι τ' αφτιά μου. 
Ας σε ακούν αυτοί. 
Κούρεψα μια παλιά οδοντόβουρτσα κι έφτιαξα ένα δέντρο. 
Έκατσα στη σκιά του, ν' αναπαυτώ. 
Σκάλισα και μια πέτρα και τώρα η πέτρα βλέπει.  
Έγραψα κι ένα τραγούδι και τώρα η πέτρα ακούει. 
Κι όταν περισσεύεις στο δωμάτιο ρωτάω την πέτρα:
Θυμάσαι;