Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

Η ουρά

Βροχές, πτωχεύσεις,
συμβιβασμοί,
έριξα σε μια πλαστική σακούλα
τα καθημερινά, πλυμένα
αδιέξοδα κάποιος περνά
πέντε ορόφους κάτω
και σταυροκοπιέται ένα σκυλί,
κοιτα τα άχρωμα παράθυρα -
τι άλλο μένει να κάνει
κανείς σ´ αυτόν τον κόσμο;

Έφτασε η ώρα της αγρύπνιας.
Πεινάει ο ύπνος της πόλης
κι αποκοιμιέται πάνω
απ´ το κεφάλι μου
στο κάδρο πλαισιωμένος
ο φόβος δίπλα στον Εσταυρωμένο
σταγόνες ιδρώτα
σε κάθε κατάποση
πιο σφιχτά η αγκαλιά
έτσι να μοιάζει ο θάνατος
με κάποιο παιδικό παιχνίδι
που εσύ το τράβηξες απ´ το καλάθι
και το κοιτάς λυτρωτικά,
χρωματιστή κουδουνίστρα
δονεί το χέρι
και τ’ αυτί σου
Μπορεί να ήταν
η ουρά του φιδιού.