Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2022

Παράπονο

Να βρουν νέα συνώνυμα
για την λέξη παράπονο
καλέσαμε αλεξανδρινούς
φιλολόγους
και μας δώσαν ζεύγη πολλά:

Είπαν τη μνήμη κλειδί
Είπαν το σώμα φυλακή
Είπαν το άγγιγμα σφραγίδα
Είπαν την αγκαλιά πληγή
Είπαν τον έρωτα στέρηση
Είπαν την αγάπη μύθο
Είπαν τη σιωπή εργαλείο
Είπαν την αγάπη παιχνίδι
Είπαν τον έρωτα φωτογραφία
Είπαν την αγκαλιά πηγάδι
Είπαν το άγγιγμα οξύ
Είπαν το σώμα σκοτάδι
Είπαν τη μνήμη θάνατο

Να βρουν νέα αντίθετα
για την λέξη παράπονο
καλέσαμε αλεξανδρινούς
φιλολόγους
και δεν βρήκαν ούτε ένα




Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2022

Τώρα που πας

Φυσάει το φλάουτο ψηλά, λίγο βραχνιασμένα
Δροσίζει το φλέγον μέτωπο
Φυσάει το κουρτινάκι λεπτά, σφυράκι-βελονιά
Δροσίζει το φλέγον σώμα
Ένα πουλί φτεροκοπά να κουβαλήσει ένα παλιό φιλί
Δροσίζει το φλέγον πρόσωπο
Κορίτσια μ' ανοιχτά πουκάμισα, γυμνά πόδια στο ποτάμι
Δροσίζουν τα φλέγοντα πόδια

Ποιός το 'πε τραγούδι το τραγούδι τους;
Δροσίζουν τις φλεγόμενες παρειές 
Ποιός είπε τα πόδια τους σπαθιά;
Δροσίζουν το φλέγον πρόσωπο

Ορχήστρα ολόκληρη τα δάχτυλά τους στα νερά
Δροσίζουν το φλέγον μέτωπο
Φυσάει ο μαέστρος ποταμός, θα τα πνίξει
Δροσίζει το φλέγον σώμα
Ένας πλάτανος σκιάζει τα στήθη τους τα ανοιχτά
Δροσίζει το φλέγον πρόσωπο
Κορίτσια με χέρια απλωμένα, με πουκάμισα κολλημένα
Δροσίζουν τα φλεγόμενα πόδια

Ποιος είπε αγάπη την λεπτούλα αγάπη τους;
Καίνε τις φλεγόμενες παρειές
Ποιος είπε σπαθιά τα πόδια τους;
Κόψαν το φλέγον σώμα


Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2022

Της επόμενης άνοιξης

Μαζί του
ξανάζησε το παραμύθι της πληγής της
Κοίταξε στον καθρέφτη της την φθορά
και στον πυρήνα της την αντίφαση
Βιάζεται τώρα 
και παλινωδεί από τότε
κρύβοντας ένα παράπονο 
στο πίσω μέρος των ματιών της
κι ένα πρόσωπο
στο πίσω μέρος του προσώπου της

Ξημέρωσε η πίκρα και δε λέει να νυχτώσει
Κι εκείνος ψάχνει έναν τρόπο 
να ξανακατοικήσει την γλώσσα της

Πουλιά χαμένα στον δρόμο του νότου
Ο χρόνος τους μια σπασμένη πυξίδα
Τα πλευρά τους πονούν
Τα βλέφαρα κουβαλούν την πέτρα
Τα εξιλαστήρια σώματα οπλίζονται

Λίγο-λίγο πέφτουν και τα φύλλα
Αύριο, μεθαύριο 
μον' οι κορμοί θα μπουν στον χειμώνα
για να ξοδευτεί - επιτέλους -
κι αυτό το προνόμιο της φαντασίας


Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2022

Ελάχιστες Ιστορίες - Το Yaris

Συστάδες κυπαρισσiών στον δρόμο που είπες να κρατήσεις τη σιγή του ψαριού.
Κατεβαίνω πατώντας χώματα και πέτρες.  Η μέρα κίτρινη.  Στην απόχρωση του κρόκου. 
Είναι η ώρα που πέφτει ο ήλιος και ζεσταίνεται η θάλασσα. 
Θυμάμαι έναν κόλπο ανοιχτό, νερά κρύσταλλα και βότσαλα.  
Μια αμήχανη σερβιτόρα να εξυπηρετεί ένα ζευγάρι παραθεριστών που 'χουν τα κεφάλια τους στραμμένα ο καθένας αλλού.  
Ένα μοναχικό ζευγάρι κάτω από φθαρμένες ομπρέλες μπαμπού.  Στην άλλη άκρη του καλοκαιριού.
Πως τους λυπάμαι, εκεί στο τέλος της μέρας, στο τέλος της εποχής...  
Με ένα φθαρμένο πλαστικό τραπεζάκι ανάμεσά τους.  Νικημένοι όλοι τους από την ημέρα, από τον ήλιο, από τις αποστάσεις.

Λευκά μάρμαρα και υποψίες ελπίδας αθάνατης στον δρόμο που επέμεινες στην σιωπή. 
Οδηγώ απολαμβάνοντας τις στροφές και την ανοιχτή θάλασσα στα δεξιά μου.  
Έφυγε ο ήλιος και οδεύουμε προς τη νύχτα.  Τα τελευταία πουλιά ψάχνουν πως να γυρίσουν σπίτι.
Στο μπροστινό Yaris δυο κουμπωμένοι άνθρωποι ξεκουμπώνονται βιαίως.  Το μανίκι του ενός κρατάει το τιμόνι.  Το μανίκι του άλλου πηδάει από το παράθυρο κι εξαφανίζεται στη νύχτα. 
Ο οδηγός με τα μισά του χέρια χάνει τον έλεγχο και το αυτοκίνητο κάνει τρελούς ελιγμούς και ορμάει προς τον ουρανό με τους υαλοκαθαριστήρες να γυρίζουν μανιασμένα και όλες τις πόρτες να ανοιγοκλείνουν σαν φτερά μηχανικού πουλιού. 
Σκέφτομαι να καλέσω την οδική, μα τι να τους πω;  Ανάβω την μεγάλη σκάλα να φωτίσω τον δρόμο του, και συνεχίζω. 

Ένας ψηλός μαντρότοιχος, περί τα δυόμισι μέτρα, περιστοιχίζει έναν άτακτο λαβύρυνθο με δύο στόματα ανοιχτά μα αμίλητα. 
Περπατάω στους πέτρινους δαιδάλους του και διαβάζω ημερομηνίες και παρατηρώ τα μάρμαρα και τα σίδερα.  
Είναι πια νύχτα.  Δεν ξέρω τι κάνω εδώ τη νύχτα.  Δεν είναι μέρος για να βρίσκεται κανείς τέτοια ώρα, εκτός και αν.  Είχα ξαναρθεί ένα μεσημέρι βροχερό.  Μα τότε καταφέραμε να βρούμε την έξοδο.  Μιαν έξοδο, τέλος πάντων.
Εσύ με ένα κομμάτι ύφασμα μαύρο τυλιγμένο γύρω απ' τα μαύρα σου πόδια.  Κι εγώ μ' ένα αυστηρό, τετράγωνο σακάκι στους ώμους μου.  Στο βιβλιοπωλείο παρακείμενα, έβγαζα φωτογραφίες την πλάτη σου, στριμωγμένη ανάμεσα στα τεύχη και τις σκόνες.  
Δυο παιδιά στην άλλη πλευρά της τζαμαρίας φωνάζαν, γελούσαν, παίζαν με μια μπάλα κόκκινη ανάμεσά τους, νικώντας την ημέρα, τη βροχή, και τις αποστάσεις.  

Σε αυτή την πόλη, όλοι περπατάνε μόνοι τους.  Κανείς δεν τολμά να διαταράξει τη σιωπή σου.  
Στέκομαι σ' ένα μπαλκόνι - αγκώνες στο περβάζι, πρόσωπο στις παλάμες - και κοιτάζω τον κόσμο στη μεγάλη πλατεία.  Φορτισμένοι όλοι με ομώνυμα φορτία.  Κινούνται άτακτα κι όταν κάπως πλησιάσει κάποιος κάποιον άλλο, τινάζονται μακρυά σε απρόβλεπτες τροχιές.
Κωμικές, χορευτικές κινήσεις και σώματα που πετάγονται εδώ κι εκεί.  Κάποιοι πέφτουν πάνω σε υπαίθριες καντίνες με μοσχοβολιστά λουκάνικα, άλλος σπρώχνεται βίαια στην βιτρίνα μιας γκαλερί με έργα του Miro, ένας τρίτος σκοντάφτει σε μια ιταλική τρατορία και ρίχνει ένα Aperol Spritz κι ένα Hugo μαζί με το τραπέζι που τα στήριζε. 
Μια Βαβέλ που όμως δεν παράγει κανέναν ήχο.  
Στις πέντε ακριβώς χτυπάει το ρολόι της πλατείας.  Δεν το ακούμε.  Βλέπουμε τα ανθρωπάκια του να χορεύουν κι αυτά, όμως συντεταγμένα.  
Σκέφτομαι να κατέβω από το μπαλκόνι.  Να μπω κι εγώ στην πλατεία.  Να χορέψω. Κάνει κρύο. Κι αρχίζει να βρέχει.    

Μέχρι να κατέβω η πλατεία έχει αδειάσει.  Δυο γονείς μόνο μοιράζουν στην μέση το παιδί τους κι αυτό τους αφήνει αδιαμαρτύρητα.  
Είναι απόγευμα Κυριακής και όλα επιτρέπονται.  Δεν υπάρχει κανείς πια γύρω μου.  Λες και τους κατάπιαν όλους τα επιβλητικά κτήρια για να τους ξεράσουν το πρωί της Δευτέρας σε κάποια σήραγγα του μετρό.  
Ξεκινώ να τρέχω χωρίς να ξέρω για που.  Περνάω ένα Starbucks που βρέθηκε πάνω στο ποτάμι, ένα μουσείο ντυμένο με γυαλί υγρό, κυρτωμένο όπως στο Matrix, διασχίζω ένα μεγάλο πάρκο, με λίμνες, πάπιες, κι ένα μαύρο κοράκι πάνω σε ένα παγκάκι πράσινο με κοιτάζει που το κοιτάζω, τρέχω με δύναμη, πηδάω ράγες του τραμ, δρασκελίζω μεγάλες λεωφόρους, αεροδρόμια, σύνορα, θάλασσες.
Μια άηχη ήπειρος συντονίζεται μαζί μου κι ύστερα φορτίζεται ομώνυμα και με εκτινάσσει στο φεγγάρι.  

Εκεί με κοιτάς, καθισμένο σε έναν πρόβολο, μ' ένα άφυλλο δέντρο στην πλάτη μου, με κοιτάς που σε βλέπω, και μ' αφήνεις.  Το μόνο που βρήκες να πεις: "να προσέχεις το τελικό νι".  



Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2022

Της πέτρας

Νιώθω στα χέρια μου, την ακατανίκητη ανάγκη
της πέτρας
στις άκρες τους, 
αντί της της ζέσης του δέρματος
αγαπώ, λαχταρώ, διψάω, 
με τα ίδια δάχτυλα,
το σώμα της πέτρας

Έφερα μαζί μου από μια πονεμένη θάλασσα, 
ένα βότσαλο και το βασανίζω
Τρίβω πάνω την αιχμηρή μου 
μανία,
λίγο με νύχια
λίγο με κόκκαλα
λίγο με αίμα
λίγο με την γλώσσα,
να του γλύψω ένα πρόσωπο
ή έστω δυο μάτια
και μια θανάσιμη λαβή
να κρατιέμαι,
εν είδει παυσίλυπου
εν είδει βλέμματος



Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2022

Τα παιδιά των ανθρώπων

Κάιν και Άβελ.  
Πρωπατορικά αμαρτήματα.
Πληγές της γης.
Τα γεννημένα και τ' αγέννητα.
Αδάμ και Εύα.
Πληγές του ανθρώπου που θα έρθει.

Βάσανα τα πριν και τα μετά.
Πρωπατορικά αναθέματα.  
Πέτρες πάνω σε πέτρες.
Τα γεννημένα και τ' αγέννητα. 
Αδάμ και Εύα.
Κλήρος βαρύς και ίσκιος πικρός.

Σαιξπηρικό ερώτημα.
Άλεσμα του χρόνου. 
Το βλέμμα του Οιδίποδα. 
Του Γόρδιου Δεσμού παιδιά.
Αδάμ και Άβελ.
Εύα και Κάιν.  
Εκπνοή ή ματαιότητα.  



Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022

Τα ρέστα

Ταξιδεύουμε σ’ αυτό το αεροπλάνο
όλοι μας προς άλλες κατευθύνσεις
δύστυχα ανοργάνωτων στροφών
χωρίς ειρμό στα σκόρπια μας πόδια
Στην γη των χρυσών ελαφιών
στην έρημη πόλη των μονάχων
Σέρβικα κρέατα μασουλάμε
σαν παλιές μελωδίες φαιδρές
Σιγά σιγά τα ονόματά μας απομακρύνονται
στην σειρά που σου λέει ποιον σκέφτεσαι περισσότερο,
σιγά σιγά οι διφωνίες των βημάτων μας
σβήνουν στον κατακλυσμό
που μας παγίδεψε
στην είσοδο εκείνου του ξενοδοχείου,
τότε που φοβηθήκαμε να πνιγούμε
για χάρη της πλατείας με τα αστεία ρολόγια
και τα βιβλιοπωλεία με τα αστεία ονόματα
Θα δώσω το τεύχος αυτό της ζωής μου
για ένα κομμάτι ψωμί
σ’ εκείνο το μαγαζί με τα μεταχειρισμένα
Να το πουλάνε με το κιλό
στους τουρίστες που θέλουν
να σκοτώνουν την πλήξη τους
ή ίσως σε κάποια άρρωστη Γερμανίδα
με άσπρο δέρμα και άγνωστα μαλλιά
να στηρίζει την ξέζυγη πόρτα του μπάνιου της
Συνεπιβάτες μου μην κλαίτε
Μαζί θα ‘μαστε πάντα στο χωριστό μας ταξίδι
Τριακόσιοι άγνωστοι γενναίοι και δειλοί μαζί
Τώρα που μπλέξανε οι καρδιές μας
δεν χωρίζονται κι είναι πια τριακόσια κομμάτια
Φέρτε μου πικρό καφέ
κι ένα κουλούρι όλο βούτυρο κι αλάτι
Φίλοι μου εσείς σας χαιρετώ ιταλικά
και σας φιλάω γιάπωνέζικα
Κρύβω στα λόγια αυτά τα μάτια μου
Χίλιες εικόνες και βρωμιές ένα σωρό
από του μετρό τα πλαστικά παράθυρα
χίλιες εικόνες κι αγκαλιες ένα σωρό
από τις πόλεις του μεσαίωνα τα κάστρα
και τα παλάτια που αντέχουν ακόμα
Σας κοιτάζω εδώ κι εκεί
στο ποτάμι δίπλα
στα πρώτα μας χρόνια τα παιδικά
τότε που όλα τα απίθανα ήταν βεβαιότητες
και τώρα με βία
απλώνω πάνω μου πέπλα μολύβου
να μη με βρίσκει η μνήμη αλλά φεύ
Κάναμε βόλτα ανάμεσα σε τάφους παλιούς
ανάμεσα σε μικροπωλητές και μυρωδιές
τρένα μας πήραν και μας έφεραν
και κάθε φορά προτιμούσαμε να ερχόμαστε
παρά να φεύγουμε και τώρα
φτάσαμε σαν ώρα οριστικής αναχώρησης
άλλος για εδώ
άλλος για εκεί
μα φίλοι, σύντροφοι αγαπημένη
στιγμή κι αυτή ε;
Όπως τότε
που μια θλιμμένη μελαχροινή κοπέλα
με μια κόκκινη μπλούζα πλεκτή
και τα μαλλιά της πλούσια χυμένα στο πλάι
κοιτούσε την κλαμμένη αντανάκλασή της
και χαιρετούσε τον καλό της
μ’ ένα μαχαίρι στην πλάτη
κι ένα φιλί στα χείλη

Ξενυχτάω απόψε πάνω από θυμιάματα
Και ζωγραφίζω των σπλάχνων μου τη μανία
για σας
Τρομερή μου μνήμη
άγριο χόρτο με ρίζα βαθιά
αξερίζωτο ζιζάνιο
βασίλισσα της ματαιότητας
βασίλισσα της ματαιοδοξίας
θυμάμαι με λύσσα
θυμάμαι με λύσσα
κι ακόμα ταξιδεύω μαζί σας
Δεν υπάρχουν Ιθάκες.



Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2022

Σαμ

Σήμερα χάσαμε τον Σαμ
Το τρυφερό γατάκι μας
Μια χούφτα ήταν στα χέρια μας
Ο Σαμ, το τρυφερό γατάκι μας,
αμέσως εμπιστεύτηκε τα χέρια μας,
αμέσως ξάπλωσε να τα ζεστάνουμε
στην θερμή κοιλιά του.
Το τρυφερό μας γατάκι, ο Σαμ,
γουργούρησε στην χούφτα μας,
αφέθηκε στην αγκαλιά μας.

Χάσαμε τον Σαμ απόψε,
το τρυφερό μας γατάκι.
Μας έψαχνε σε κάθε παράθυρο του σπιτιού,
πάντα πίσω από την πόρτα
γουργούριζε για την αγάπη μας
και για την συντροφιά μας.
Όσο κι αν αγαπήσαμε τον Σαμ
τον χάσαμε απόψε, απόψε
που τον χρειαζόμασταν,
πιο πολύ από ποτέ,
όπως χρειάζεται κανείς
ένα τρυφερό γατάκι
κι όπως του λείπει
από τ' άδεια του χέρια.


Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2022

Επιμύθιο

το μόνο που ήθελα από τον ουρανό σου:
λίγη συννεφιά το καλοκαίρι
λίγο ήλιο τον χειμώνα
και το γέλιο της βροχής σου



Οι παραθεριστές

Οι παραθεριστές,
μια θλιβερή ομάδα,
το αίμα
ακόμα να κατέβει στα πόδια,
τα μάτια
θολά απ’ τη νύχτα
εν αναμονή.


Το καλοκαίρι,
μια εποχή δραματική,
το τέλος
ακόμα κοχλάζει στα μάτια,
τα πόδια ξύλα
τα σέρνει χωρικός,
κάποτε δέντρο
εν νοσταλγία


Οι παραθεριστές,
μια καρικατούρα
με χέρια
μπλεγμένα τάχα
ακόμα κι εν τω μέσω
του καλπάζοντος
φθινοπώρου
αγκαλιασμένοι με απόγνωση,
εν συντομία



Το ρινκ

Τέσσερα χέρια κράτησαν
τέσσερις γωνιές πετσέτας
για το πρόσωπο
κι αφού την τέντωσαν προς
τέσσερις κατευθύνσεις
κι αφού τραβήξαν, μοιραστήκαν,
δάνεισαν, δανείστηκαν,
σκεπάστηκαν, ξεσκεπάστηκαν,
αφού γέλασαν και κλάψαν,
αφού σκούπισαν μύξες και δάκρυα
πέταξαν λευκή πετσέτα στο ρινκ.




Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

Ασπρόμαυρη φωτογραφία

Του χρόνου το καλοκαίρι,
αν βρω χρόνο,
θα σου βγάλω μερικές
ασπρόμαυρες φωτογραφίες

Χωρίς το φίλτρο του χρώματος
ίσως ανακαλύψω γωνίες σου
που αντιστέκονται
καλύτερα στον χρόνο

Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία
είναι μια αυτόματα παλιά φωτογραφία
και λέει πάντα μια ιστορία
που ίσως μας περιλαμβάνει και τους δυο

Του χρόνου το καλοκαίρι
ή και την άνοιξη, γιατί όχι;
θα σε στήσω σ’ ένα βάθρο
να σ’ αγαπήσω παλιά

Με τρόπο ήσυχο,
όχι όπως τότε
στην τρικυμιώδη παραλία
με το φλύαρο γαλάζιο
με το εκτυφλωτικό κίτρινο
με το ασφυκτικό πράσινο
με το εκκωφαντικό κόκκινο,
μόνο με μερικές ευγενικές
αποχρώσεις του γκρι
με λίγα κλικς
να εγκαθιδρύσουμε
τον μύθο της αγάπης μας


Κυριακή 14 Αυγούστου 2022

Τα ποδαράκια

Τα γυμνά καλοκαιρινά σου ποδαράκια
κρατούν όρθια ακόμα
μια θάλασσα που σαπίζει σιγά-σιγά

Σ’ αγαπώ πικρά
με την μανία που παρακμάζει κάθε ακμή
Σ’ αγαπώ
όπως έλκονται οι δυο τους, ερωτευμένες
που ποτέ δεν αφήνουν τα χέρια

Τα ζωντανά σου μάτια
χρωματισμένα απ’ τον κρόκο του αυγού
γαντζώνονται όπου βρουν:
στον αέρα ενός παλιού ανεμιστήρα που τρέμει
στον κρότο μιας καταστροφής
στην διείσδυση ενός θανάτου στο κάθε καινούργιο σώμα
σε όλα τα σκουριασμένα παράπονα

Δυο παραμύθια στα κουτιά τους
μες το στήθος μας.
Περπατάμε μαζί.
Με τα εκκρεμή, γυμνά σου ποδαράκια,
τα δάχτυλα και τα κόκκινα νύχια,
περπατάς σε μια μέρα που προοδεύει σε νύχτα.
Σιγά-σιγά φωσφορίζεις.

Μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια
δαχτυλίδια μακάβρια
και κορδέλες
στους πλαϊνούς καθρέφτες του καλοκαιριού
που τρέχει προς τους γκρεμούς του Σεπτέμβρη.

Να ήταν η επιθυμία ράβδος χρυσού
να την κρύβαμε στο υπόγειο
Να ήταν ο καιρός πολυτελής προσδοκία
να την κρύβαμε στον χειμώνα

Τα ποδαράκια σου, μια ολόκληρη εποχή,
καθώς ταλαντώνονται από τα γόνατα και κάτω
μαυριτάνικα σπαθιά καρατομούν την Ιστορία.
Ένα αδιάφορο πριν
Ένα αδιάφορο μετά
κι είσαι, Χριστέ μου, τομή
που λάμπει στο σκοτάδι για λίγο.

Αλλάζει ο καιρός
γινόμαστε ένα με το νοίκι.
Ροές ανώφελες.
Σαν το κουκί και το ρεβύθι
κατρακυλάμε σε μουτζουρωμένες σελίδες
πριν ανακυκλωθούμε.



Σάββατο 23 Ιουλίου 2022

Τριανταφυλλιές

Τον θείο τον θάψανε δυο ρίζες τριανταφυλλιές
μια κόκκινη και μια ροζ
σε ένα παρτέρι αφρόντιστο
με ξερόχορτα και κολλητσίδες

Η ομορφιά του σκονισμένη
κρέμονταν από πρόχειρα καρφιά
στους χοντρούς τοίχους του τούρκικου σπιτιού
δίπλα στις υγρασίες, τα λεπτά δίχτυα
δίπλα στα παιδιά και τ’ αγγόνια

Πήρε αγκαλιά δυο τριανταφυλλιές
για να βρει τον δρόμο του το σκουλήκι,
ο μέγας αρχιτέκτονας,
και να ξεκινήσει τον κύκλο
που θα με φέρει από την θέση του παιδιού μου
στην θέση του παππού μου
με μια βίαιη βουτιά
απ’ το παρελθόν ως το μέλλον εξακοντισμένο

Κατάλαβα τη γήρανση ως διαδικασία έλξης
μέσα σ’ αυτό το καλοκαίρι που μας έκλεψε την άνοιξη
μια αγκαλιά τριαντάφυλλα για καλή ανάσταση
και στα δικά μας οι πεθαμένοι



Κουραστήκαμε κι εμείς να περπατάμε στον σκονισμένο δρόμο που οδηγεί
στα στοιχισμένα κυπαρίσσια
και στις ήσυχες μεριές τους
με γλυκό στάρι
με ρόδι που γυάλιζε
σαν αυτά που έφτιαχνε η γιαγιά,
για του παππού τα κόκαλα,
στο ίδιο τσουβάλι με τα δικά της
και της κόρης της και τώρα του γιου της λίπασμα,
κουραστήκαμε στο αποπνικτικό καλοκαίρι
με τα ελάχιστα βήματα μας
στις παλιές μεγάλες εύκολες αποστάσεις που γίναν μικρές και τόσο δύσκολες
στον κήπο με τις τριανταφυλλιές
η γειτόνισσα μας έφερε λουλούδια
η θεία ξαναγεννήθηκε στο σώμα της κόρης της
κι όλοι οι παλιοί νεκροί άρχισαν να ξαναμιλούν 
μετά από τόσα χρόνια 


Παρασκευή 20 Μαΐου 2022

Δεν λέει "σ' αγαπώ"

Έχω ένα κλαδί χρυσάφι
ποτέ δεν λέει "σ' αγαπώ"

Με κρατά από το χέρι
μου χορεύει βαλς
μου μαγειρεύει

Ένα διαμάντι κάθεται
πίσω διαγώνια και λέει
λόγια μικρά 
μου μιλάει ή κοιτάζει
τα δέντρα που τρέχουν

Έχω ένα κλειδί ασημένιο
δεν με καλεί και δεν με ψάχνει
με ξεκλειδώνει
και με κλειδώνει
κάποτε το 'σπασα

Ένα παράθυρο ανοιχτόκλειστο
ποτέ δεν λέει "σ' αγαπώ"
λίγο να βλέπω μέσα
λίγο να μαντεύω
τον κυλιόμενο βράχο του
και τον ήλιο

Κερασιές

Στο μέσο του Ιουλίου
ξεραμένο χωράφι
κίτρινα στάχυα
σ’ ένα πεδίο μελέτης

ο γιος

κοιτάζει

τον πατέρα του




Κερασιές
μεταφράζουν
την άνοιξη
Κι άπιστοι
ελάχιστοι

τυφλώνονται

με την επίνοια

του Τειρεσία


Φυσάνε
συνώνυμες
χαρές λύπες
στον αφαλό
με ταυτόσημη
περασιά
υπόκωφο
βήμα
το χορικό κορμί

κλαίει

γελάει

μετασχηματίζεται


Βυσσινάδα
παγωμένη
πληγή
σιδερένια
θάλασσα
στα πόδια
του νεκρού
ζώντος
τα πουλιά οργώνουν
τα σκουλίκια
αναζητούν

κάθε σκέψη

προσευχή

το μελίρρυτο

στυφό


Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2022

Το σελοφάν

Τυλιχτήκαμε στο σελοφάν κι αγαπιόμαστε
Κι όταν λερώνει απ' τα χέρια μας
Όταν θαμπώνει από την αναπνοή μας
Το αλλάζουμε

Εκπέμπουμε συχνότητες και κύματα
Τα ρούχα μας σακούλες μαύρες πλαστικές
Τα μάτια μας μικροσκόπια, τα μαλλιά κεραίες
Εκπέμπουμε βραχύβια και δεικτικά
Τα πόδια μας νάιλον και καουτσούκ

Σκέπασέ με με το μουσαμά
Τυλίξου κι εσύ στο σύρμα
Απόψε θα αγαπηθούμε απ’ τον καθρέφτη
Εσύ πίσω απ’ τον τοίχο σου
Εγώ πίσω απ’ τον στίχο μου
Σαν δυο πουλάκια τιτιβίζουμε
Και γίνονται κοτλέ οι προσευχές μας
Καθώς περνούν από τα κάγκελα,
τον καταλύτη και τις φωνές του κόσμου.


Μια θάλασσα

Μια θάλασσα
είναι θαμμένη σε ψηλό βουνό
και γυαλίζει αδιάκοπα σαν λύπη
Ένα κύμα χαράζει
το βρεγμένο σώμα και
το λεπτό πουκάμισο

Μια θάλασσα
είναι κρυμμένη σε πικρό ουρανό
πουλάκι αφημένο στον αέρα
πλανάρει και πέφτει σιωπηλό
και δεν ακούγεται φωνή
ούτε τραγούδι, μόνο ψίθυρος

Μια θάλασσα
είναι κλεισμένη σε μια λίμνη
και λικνίζει αδιάκοπα μια βάρκα
μωρό καλότυχο
το ξύλινο σώμα της
και το λεπτό χαμόγελο της


Τοτέμ ΙΙ

Αγάπησε ένα τοτέμ
κι ύστερα χώρισε.
μ΄όλα τα πολύχρωμά του
πρόσωπα
και τα τρομακτικά
λυπήθηκε
αντανακλαστικές απάτες
τεύχη επαναληπτικές
ιστορίες με τις σμικρύνσεις
και τις μεγεθύνσεις τους
ιστορία και όροφος
όροφος και ιστορία
στον κούφιο Πύργο
πονηρή,
παλιά κλειδαρότρυπα
ανοίχτηκε
και είδε μέσα τον καθρέφτη:

Καθρεφτάκι μου…ακόμα εγώ;


Βουλιμία

Τα στόμα του δέντρου αυτού δεν χόρτασε χώμα.
Mασάει τις πέτρες και τρέχει ακόμα μέσα του
κι όλα, όλο γκρεμίζονται,
καθώς σπάζονται οι εκδικητικές πέτρες.

Εγώ το ξέχασα
στα φαιδρά «σ´ αγαπώ» των πουλιών.
Στον αφρό των λουσμένων κυμάτων.
Κι από τότε ποτέ δεν το ξανάβρα στον δρόμο μου
κι ας σκόνταφτα κάθε μέρα στις επίμονες ρίζες του.


Σταυροί

Πάνω στο σώμα του Θεού
σταυρώνεται ο γιος του
πάνω στο σώμα του πατέρα μου
εγώ
και το παιδί μου
θα σταυρώσω
στο δικό μου σώμα πάνω.

Ανοίγω τα χέρια μου
να τ΄ αγκαλιάσω.
Επαναλαμβάνομαι
για να θυμάμαι.
Το κάνω ποτήρι
το γεμίζω θλίψη.

Στο άψυχο σώμα της μνήμης
ξαπλώνω κι αφήνομαι
κι αυτή με κόβει και με τεντώνει
Την αγωνία αυτή ανακατεύω
στην κατσαρόλα με τα λαχανικά.

Παιδί μου,
ερώτηση πιεσμένου ελατηρίου,
μπαμπά,
μεθύστερη απάντηση.


Μια μελαγχολική πίστη

Tous les hommes n’habitent pas le monde de la même façon.
Jean-Paul Dubois



Παλιά, την εποχή που ο πατέρας ήταν ψηλός,
κι ας ήταν ήδη εντός μου,
τον βοώντα, κεκραγότα Αχιλλέα δεν σκεφτόμουν,
ούτε στις επάλξεις, ούτε στα μετόπισθεν
κι ας σκόνιζε τον ορίζοντα το ολέθριο άρμα.

Παλιά, την εποχή που η μαμά άνθιζε,
κι ας ήταν ήδη εντός μου,
της πικρής οχιάς της έρπουσας και της κλαίουσας ιτιάς,
ούτε στων ιστίων τις ταλαντώσεις, ούτε στην όχθη του ποταμού,
τους συριγμούς δεν άκουσα,
κι ας μαστίγωναν τον ούριο
άνεμο.

Όταν θα 'ρθει ο νέος άνθρωπος
χωρίς ακόντια και χωρίς κλάματα,
θα ξαναγεννήσω και θα ξαναγεννηθώ,
σαν σήμερα, στην ίδια μέρα,
το ίδιο σώμα, στα παλιά μου μάτια από πίσω,
για να ψάξω τα ίδια παλιά με νέες αισθήσεις,
τις αιχμές των αιχμηρών
τα δάκρυα των νερών
όλα ξανά, όλα με την ίδια ένταση,
αλλά με έναν νέο πόνο.


Κάτι κυκλικό

Ψιθυρίζω κάτι κυκλικό
για να φοβηθεί
ο κυνηγός.
Συρίζω,
για του πλάσματος
και της γης τον έρωτα,
ψαλμό και αμήν.
Της στρογγυλής ζωής
τις οξείες γωνίες
να λειάνω
κι απ΄ τις πτυχές
της φούστας του δερβίση,
το ανυψωμένο ίσιο
και το λευκό
να μουρμουρίσω
δονώντας την φυλακή
του στόματός μου
και του στήθους μου.

Ψιθυρίζω μια παλιά
προσευχή σαν ρουλεμάν
μέσα στο γράσο
μασάω κι αλίμονο
στης γεύσης μου τις σφαίρες
και στου φάρυγγα τις χορδές
το παραμύθι αυτό
μες τον καπνό
κάποιου ινδιάνου
χάνεται
κι ένα ταμ-ταμ
στην Αφρική σκόνη
τινάζει και σηκώνεται.
Πόσο κοστίζει
μια στιγμή αθόρυβη
κυκλωτικά αναρωτιέμαι
για τα λιανοχορταρούδια
χεράκια χαιρετούν χορεύοντας
δω, δω, δω, δω, δω…


Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021

Το όνειρο

Ονειρεύτηκε ένα σώμα
μεταξύ της πλάτης του και του κόσμου,
ισχυρό σαν πανοπλία,
ζεστό σαν χάδι.
Πως να αγαπήσει κανείς, με τέτοια όνειρα;

Ονειρεύτηκε ένα σώμα
μεταξύ του στήθους του και του χρόνου,
ισχυρό σαν τείχος,
σταθερό σαν δέντρο.
Πως να αγαπηθεί κανείς, με τέτοια όνειρα;


Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2021

Ελέφαντες

Ελέφαντες αμνήμονες
Άνθρωποι τρύπιοι
Μέρες πυρπολημένες
Πέσαν πάνω μας βροχές αλάτων
Τέσσερα χρόνια, οκτώ, δεκατρία
Ένα ασημένιο ποδήλατο
Θροΐζει ανάμεσα σε σελίδες ημερολογίου


Βήματα ακίνητα
Μαλλιά ερωτευμένα
Ώρα κουφή, αγράμματη
Σκάβουν λαγούμια οι γιαγιάδες ελιές
Χίλιοι αιώνες, επτά, δυο στιγμές
Μια δεμένη κλωστή
Χρυσίζει επάνω στον ψεύτη μου ώμο


Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2021

Το κρεμμύδι

Εκείνος εκεί
ένα κρεμμύδι
ευδοκιμεί
σε εύφορη γη
ποτίζεται, αναπτύσσεται,
κρύβεται, χοντραίνει,
επιβιώνει,
ένα στρογγυλό κεκαλυμμένο,
Αυτό το μυστικό
ένας άνθρωπος
φυλλορροεί
σε εύκρατο κλίμα
ακρωτηριάζεται, ανοίγεται,
αποκαλύπτεται, λεπταίνει,
πεθαίνει,
με κλάματα στα μάτια.


Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2021

Τελεία

Περάσαμε εύκολα στην εποχή μετά την τελεία.
Ήπιες θλίψεις μας σαρώσαν ελαφρώς τον ουρανίσκο.
Ήτανε δέκατα και μιας ώρας βροχή στα πλυμένα.


Ήλιοι πολλοί δίπλα στα σταροχώραφα κι όλοι σκουριασμένοι
Κοιτάζουν τα παλιά εργοστάσια με τα περήφανα φουγάρα
Πελώριες κάλτσες ριγέ κόκκινες άσπρες, θλιμμένοι κλόουν
Ντυμένα τα πόδια μας και περπατάμε με τα χέρια


Κρυπτογραφώ κλειδωμένες κλειδαριές με ξεκλείδωτα
χέρια, αγκαλιάζω μαύρες πόρτες με σπασμένους
Ώμους, δεν έχω τίποτα να δώσω στο παιδί γι’ αυτό


Με τα κλειστά μου βλέφαρα στηρίζω όποιον κόσμο
μου απέμενε και ελπίζω για λίγον ακόμα ύπνο
Ενώ κρατιέμαι να μην κοιμηθώ.


Δευτέρα 5 Ιουλίου 2021

Ο ήλιος

Χίλιοι ήλιοι κοιτούν προς άγνωστη κατεύθυνση
Το ρολόι τ’ ουρανού τρελάθηκε

Κρατώ στο λαιμό μου δίζυγους τενεκέδες γεμάτους
μα δεν ποτίζω κανέναν

Ένας σταυρός που περπατάει κι αιμορραγεί
ψάχνει κι αυτός τον ήλιο,
μήπως διψάσει κανείς,

χαμένος σε χωράφια ένυδρα και σε δρόμους 
με ανθισμένους δαίδαλους
άλλοτε σκιάχτρο

κι άλλοτε περιπλανώμενος θίασος, 
μπουλούκι φτωχικό που εκτίθεται
για δυο δραχμές το κεφάλι
μέσα σε τρύπιο καπέλο

Χίλιοι ήλιοι ζητούν λίγο ψωμί φωτός
ενώ η άδεια Σελήνη επιμένει. 

Γι’ αυτή την έκλειψη πόσες καρδιές θα ξεριζωθούν,
και γι’ αυτόν τον εξευμενισμό πόσα αίματα έρρευσαν;


Δευτέρα 28 Ιουνίου 2021

Στο νερό

Θα πίνεις βρώμικο νερό
και εγώ που δεν θα σ’ αγαπώ,
θα σ’ αγαπώ.
Τα σώματά μας θα διακόπτουν
τα φλεγόμενα τοπία
κι αλλού με φίδια ή άλογα
με των μορφών μας τα στενά τα περιγράμματα,
ανάμεσα σε κόκκινα και αστέρια,
δράκους, κοιλιές, μαχαίρια θ’ ανταμώνουνε.

Στο νοηματικό ολόγραμμά σου
πιστώνεις τα φτερά και τα αίματά σου
και στους δρόμους εκείνους που ‘ναι καλύτερα
να είσαι σκυλί παρά άνθρωπος,
της αμηχανίας σου τα γρανάζια
λαδώνεις με το λίπος της κοιλιάς σου.
Αμμωνία κι υγρασία που έρχεται
κυματιστά από τον παρακείμενο
Θερμαϊκό στην Εδέσσης, 
σε καινούργιο παγκάκι αφήνεις μια παλιά κούπα.
Χυμός σαγκουίνι
δυο γόνατα που βαρέθηκαν
μάτια που δεν βλέπουν
δρόμοι κενοί
στην εποχή της πανούκλας.

Στύβω το κέντρο μου,
εξαγοράζω τον θάνατό μου
παλλίνδρομα και μάταια.
Μπορώ να πω επιτέλους
σκόρπισμα,
και σκοπός,
και άνοιξη,
χωρίς να θεωρηθώ ρομαντικός.
Και να σου δώσω να κρατήσεις
το χέρι μου σε σκίτσο μονοκονδυλιά
κι ας είναι κάρβουνο
κι ας είναι γελοία γραμμή
και να σου πω
«πάρε το χέρι μου,
δεν είναι παρά μια λέξη
αμφιβόλου ορθογραφίας,
πλήρης νοήματος»

Κι εσύ που δεν θα μ’ αγαπάς
θα μ’ αγαπάς.
Τα σχήματά μας θα πλαισιώνονται
από ασχημάτιστα τοπία
και τη μπάντα του τσίρκου
σε ηρωικά εμβατήρια
και ξεκούρδιστα βαλς.


Παρασκευή 25 Ιουνίου 2021

Αυτά που δεν είπε ο Ποιητής

Ας πούμε ότι ο ποιητής παράκουσε τ’ όνομά της
και την κατάλαβε Πηνελόπη αντί για Ελένη.

Ας πούμε πως δεν υπήρξε κορμός στην ιστορία, 
Οδυσσέας μέγιστος,
παρά ένας ελάχιστος Μενέλαος απατημένος,
καθημερινός,
και λίγες σελίδες κακογραμμένες 
σ’ ένα ασήμαντο κεφάλαιο.
Κι εκείνοι που λεία λογίζονταν του τόξου του,
ας πούμε πως έφαγε αυτός τα βέλη που τους αναλογούσαν, 
όλα στο στήθος.

Και όλα τα βράδια που τάχα 
κρύβονταν 
στην αρχαία ελιά της κλίνης της,
το υφαντό της ήταν 
κι όχι ο Αιώνιος εραστής της.

Λέει η ιστορία πως θα ήταν η Αθηνά στο πλάι του 
μαζί με κάθε τι δίκαιο και σοφό.
Μα ούτε Αθηνά, 
ούτε σοφία, 
παρά μονάχα των χεριών του η αδυναμία.

Μην τον πεις λοιπόν, άλογο πολυμήχανο,
πορθητή και καστροκαταλύτη.
Πες τον καλύτερα σημαία σκισμένη,
πόλη χαμένη,
άλογο, 
αμήχανο,
πες τον του Απόλλωνα φροντίδα καμμένη,
Βρισηίδα, παλλακίδα κάποιου Αγαμέμνωνα,
πες τον και ρίζα ξηλωμένη.

Κι εγώ που κοιτιόμουν στον καθρέφτη
κι έβλεπα Αίαντα τρανό
με των κυνικών την ακατανίκητη ανάγκη για φαντασιώσεις
...
θα με πω κουτό.


Τοτέμ Ι

Πότε θα γίνεις πάλι τοτέμ να σε ξαναγαπήσω;
Η μυθωδία σκεπάζει την πόλη μου σαν αντήχηση διαφυγής.
Μέδουσες και τέρατα ονειρικά παραφυλάμε
στα ανακατωμένα σου μαλλιά τα παλιά και τα καινούργια

Πότε θα γίνεις πάλι παιδί να σε θυσιάζω σε Αυλίδες και βράχους
βουνών αθωότητας για λίγον ούριον άνεμο, και μια σταλιά
υπακοής στο αόρατο παράλογο να σε πουλήσω ξανά.
Ένα βραχνό τραγούδι γυρίζει στο αναγεννημένο πικ-απ.

Είναι κύκλος η ζωή; Ή μια μεθυσμένη γραμμή αστεία;


Επί ξύλου

Μια μάνα κρέμασε
στον πλαϊνό τοίχο
της κουζίνας
το παιδί
της
με ανοιχτά
τα χέρια του
την περιμένει
μέρα νύχτα.

Μιλάει στον Θεό
με γερμανικές προσευχές,
βαθιά φωνή,
κι ένα τσέμπαλο
που ‘χει απάνω στα πλήκτρα του
ακόμα
την θέρμη των δαχτύλων
του Μπαχ.

Στρέμματα ολόκληρα
μέσα του
κάηκαν
μέσα του
κάηκαν

κι αυτό
υπερασπίζεται ακόμα
το ζωτικό του ψέμα
κυλώντας
πάντοτε
οξυγώνιο.


Η όπισθεν

Η μόνη επιθυμία της ζωής μου τα τελευταία χρόνια
είναι να μπω στο αυτοκίνητο
να βάλω όπισθεν
και να πατήσω τέρμα το γκάζι 
αφού πρώτα σπάσω τους καθρέφτες του.


Σάββατο 5 Ιουνίου 2021

Ο μνηστήρας

Τον μνηστήρα της Πηνελόπης τον λένε Μάνο
Δείχνει την πέτρινη καρδιά του στο χλωμό παράθυρο
κι η μοναξιά της χειροκροτάει
Όμως, δεν είναι φως ό,τι φωτίζει
Ούτε και τοίχος ό,τι φαίνεται να χτίζεται

Κρεβάτι ελιάς
στρώμα από άλογο
κι όσο ξαπλώνεται ο μνηστήρας
σώμα ξηλώνεται
όλο το βράδυ

Της Πηνελόπης ο μνηστήρας, μυστήρια πράγματα
Δένει το άτυχο σπαθί του και πάει στον γάμο του
Μάνος και Θάνος και Ευρύμαχος
κι Αντίνοος,
παιδιά του βέλους
σώματα της αστραπής,
είναι οι νύχτες σας κι οι μέρες μετρημένες
Δεν αστειεύεται του νόμου η κλωστή
Δεν λογαριάζει νιάτα τούτο το τέντωμα

Της Πηνελόπης το φιλί δεν είναι καθόλου ελαφρύ
Σκάει στα χείλη σας σαν κόκκινο κι εκρήγνυται

Δεν είναι Ελένη η Πηνελόπη. 
Δεν είν’ καθόλου παίξε-γέλασε. 


Πέμπτη 3 Ιουνίου 2021

Τα σα

Παλιοί νεκρομάντεις ανακατεύουν
την σούπα στην κοιλιά μου
Σηκώνουν τα σπλάχνα μου στον αέρα
«Αααααα» λένε με έκπληξη
«Αααααα»
Χρησμό να δώσουν
Τροφή στα πουλιά


Κι οι γιατροί στο σώμα μου τρυπάνε
πηγάδια να πίνουν νερό τα πουλιά
Σηκώνω τα χέρια μου στον αέρα
«Νααααα» λέω με απόφαση
«Νααααα»
Δεσμό να λύσουν
Τροφή στα σκυλιά


Είπα το στέρνο μου χέρσο χωράφι
να με οργώνουν όταν πρέπει
Άδικα άροτρα αξίνες και ξυράφια
«Αααααχ» πονάω με πρόφαση
«Αααααχ»
Λυγμό να αφήσουν
Τροφή στα φιλιά


Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2021

Ο πατέρας

Ο πατέρας είναι ένα κομμένο ακορντεόν.
Θραύσμα ενός παλιότερου κόσμου που εξερράγη
ταξιδεύει μέσα του,
και κάθε μέρα το πεθαίνει η ζωή.

Που ‘ναι το σταθερό σου χέρι κι η παλιά φωνή;

Σκοντάφτει το βήμα του,
ξεφυσάει και τσιρίζει,
ζητάει συγγνώμη
χίλιες φορές,
χίλιες κρώζει.
Συγγνώμη. Συγγνώμη. Συγγνώμη…

Σ´ ονειρεύτηκα παλίμψηστο,
καρτ-ποστάλ του Παρθενώνα,
μα πάτησα πάνω σου όπως σε πόδι κουτσό
και έγινε όλη η ζωή μια εικόνα ταλάντωσης,
κι η ευθεία μου σκάλες ν’ ανεβοκατεβαίνω.

Για τον νυχτερινό θηρευτή κόσμο
φυλάω σκοπιά
κι όταν χαράξει μπορώ να κοιμηθώ.
Κάθε μέρα
μετωπικές πραγματικότητες ξεφλουδίζονται
αντεστραμμένες στο πίσω μέρος των βολβών.
Σε βρίσκω στα ασπρισμένα μου γένια.
Αντιγράφω τα μαλλιά σου,
τις σελίδες, το δέρμα σου.
Σου κλέβω ακόμα και τα χάπια.
Κι όταν σε βλέπω να καπνίζεις
μοιάζεις με παιδάκι
σε παιδική χαρά,
και με εκείνον τον παλιό,
τον συνομήλικό μου εαυτό σου,
τον δυνατό,
τον απροσπέλαστο.
Όμως εγώ δεν είμαι.



Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2020

Στην ταβέρνα

Αναγκάστηκα.
Να ξαναφανταστώ τον κόσμο
σαν ένα κατσαβίδι.
Τυχοδιωκτισμούς σαν αυτόν,
αν και βροτός,
παλιότερα δεν καταδεχόμουν.

Αναγκάστηκα. 
Να αποδεχτώ
το φως σαν θέρμη,
και του σκληρού άστεος το κλέος,
και των χόρτων την ευλύγιστη χάρη.

Να μην τηλεφωνώ πια
τους πεθαμένους.
Αναγκάστηκα.
Και να μην ακούω
τους ζωντανούς.

Κλείστηκα τελικά κι εγώ στην ταβέρνα
να ντραπώ τον εαυτό μου που περνά απ’ έξω
κι αυτός που ξέρει,
κόλλησε ένα αξύριστο μούτρο
στο βρώμικο τζάμι,
με κοιτάζει
και σαρδόνια σιωπεί.




Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2020

Ο Μπάστερ Σκραγκς

Ο Μπάστερ Σκραγκς αναζητά
την τρυφερότητα του τέλους.
Μα αυτή του κρύβεται.
Μεταλλάσσεται και περιμένει παλιά σαν άνοιξη.

Η λύπη του είναι μια κλωστή
δεμένη στον αστράγαλο της μάνας του.
Δεν κατάφερε να λύσει τον χρόνο.
Δεν κατάφερε ούτε τα χέρια του.

Ο Μπάστερ Σκράγκς παίζει
με τα χρώματα των σκιών
μισεί την ομορφιά του
χαρούμενος
θλίβεται

Στα χρυσάφια του μεθυσμένος
κλαίγεται
ένας μόρτης που σκάβει
ανάμεσα σε ημιθανείς
και πεθαμένους
ως που κάποτε να βρει κι αυτός
τον προσωπικό του θησαυρό.



Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2020

Σπυρίδωνος

Τις μικρές μέρες χειμάζεται
ανάμεσα σε πόδια
παλλινδρομώντας
μετρώντας κερδισμένους ηλιόκυκλους
στο ημερολόγιο του φλεγόμενου κόσμου
άκαυτος
ή τέλος πάντων με εγκαύματα πρώτου βαθμού.

Ενδύεται βαριά σκεπάσματα,
όπως ο παλιός φίλος του με την κάπα,
χωρίς να παίρνει κανέναν δρόμο:
ούτε ασφάλτινο, ούτε ονείρου.
Μόνο καταδύεται,
καθέτως καθεύδειν
χωρίς Μιλτιάδου τρόπαια να τον γελούν
όλα τ’ ανάξια που αξίζουν, ξεχνώντας
ο ευτυχής λωτοφάγος,
αλλά φεύ!
η μέρα αργεί, όμως ξανάρχεται.


Κι έτσι όμοια βυθίζεται
κι η πόλη μας η φτιαγμένη από σκόνη
με σκόνη και πάγο πάνω της
μέχρις οι άνθρωποι να γίνουμε
όλοι μια γραμμή
και να αναστηθούμε.




Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2020

Περί ροών

Μια ρευστότητα σκοντάφτει 
από κρεβάτι σε κρεβάτι
Σηκώνεται 
ισιώνει τα τσαλακωμένα σεντόνια 
Αναζητά 
το αντικείμενο Εφευρίσκει την εξίσωση 

Μήπως ο Σίσυφος ήταν ευτυχισμένος; 
Μέσα του η απέραντη θαλπωρή της επανάληψης

Παλιά, ελληνική ταινία 
Θα αφήσει όλα του τα χρώματα 
στο μέλλον 
Το φλεγόμενο πάθος 
δεν είναι βάτος
Κάτι ανατινάζεται καταναλώνοντας το οξυγόνο στο δωμάτιο

Οι εραστές είναι τσίγκινα κουτάκια μπίρας 
σ’ ένα αυτοσχέδιο πεδίο βολής 
εξ επαφής 
τρυπημένοι, τσαλακωμένοι κι άδειοι 
κείτονται

Μήπως ο Σίσυφος ήταν δυστυχισμένος; 
Μέσα του η απέραντη θαλπωρή της επανάληψης


Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2020

Η κούκλα

Τα βράδια ράβω μια κούκλα πάνω μου
και χορεύουμε, μ’ ένα αθόρυβο ακορντεόν,
βαλς και τάνγκο
μέχρι να ματώσουν τα πόδια μου

Οραματίζομαι αίθουσες χορού και φανταχτερά φορέματα,
αρώματα μεθυστικά και ιδρωμένους κόρφους,
άσπρα μαντίλια κεντητά, ονειρεύομαι

Τα έπιπλα του σπιτιού μου είναι όλα καμένα,
καμένα τα ρούχα και τα παπούτσια μου,
τακτικά σε στοίβες στάχτης στον κήπο,
την νύχτα σφυρίζω ρυθμικά κι ο ήχος μου
μοιάζει με βόμβο μοτέρ


Ωστόσο η σύντροφός μου νύχτα ορίζει τα πόδια μου
η σύντροφός μου μέρα δυναστεύει το μυαλό μου
η σύντροφός μου κούκλα αφήνεται νωχελικά
ηδυπαθώς
απεγνωσμένα
στην σίγουρη αγκαλιά μου
κι έτσι ραμμένους και ζαλισμένους
μας βρίσκει η επόμενη ερημιά



Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2020

Μίνθη

Αυτοί οι άνθρωποι έχουν πόμολα στην θέση των χεριών τους
Οι αφαλοί τους είναι κλειδαριές
κι οι ώμοι τους στερεώνονται στον τοίχο

Υπήρξαν βράχοι βραδυκίνητοι
κι άλλοτε κουρτίνες πίσω από καλοκαιρινά παράθυρα ανοιχτά
τέλη απογεύματος

Στα χέρια τους έπλασαν και λιώσαν την Μίνθη
άλλοτε για χώνεψη κι άλλοτε για συντριβή εκδίκησης

Αυτοί οι άνθρωποι ορθογραφημένοι 
σφυριά
δροσιά φθινοπώρων
χτυπούν
στο κεφάλι μας κακά μαντάτα ευτυχισμένα

Άλλα εγώ
που κοιτάζω εκείνο το σκουπίδι στον δρόμο
λέω
πως θα γινόμουν ίσως κι ο ίδιος άνθρωπος
αν έσκυβα να το μαζέψω.
Και δένω κόκκινη κλωστή να το θυμηθώ
Μα όλο ξεχνάω
Κι όλο θυμάμαι πως ξεχνώ
Κι όλο στην απανθρωπιά των άλλων
εναποθέτω την δική μου απανθρωπιά
ενώ γύρω μας μίνθη θυμίζει
δροσιά στο στόμα
και κατάγματα συντριπτικά.




Μέχρι

Μέχρι να ξαναβρεθούμε,
στην αλλαγμένη γεωγραφία των προσώπων μας
θα περιγράφεται μια ή περισσότερες άγνωστες ιστορίες.

Θα κοιταχτούμε τότε,
ξένοι μεταξύ ξένων στην πόλη,
για να δούμε πως
μοιάζουμε ανάμεσα τους, θα θυμηθούμε
ή θα ξεχάσουμε
τόσα και τόσα,
κυρίως τα παλιά μας πρόσωπα και τις αισθήσεις,
θα χαϊδέψουμε αντανακλαστικά 
τα δικά του μάγουλα ο καθένας,
θ’ αναρωτηθούμε:
είμαι εγώ;

Είμαι ακόμα εγώ;



Δευτέρα 17 Αυγούστου 2020

Ξεκούρδιστοι καιροί

Ξεκούρδιστοι καιροί
Στην τύρβη τους αφήνουμε τις αισθήσεις μας να πλέουν μουδιασμένες
Οι μέρες μας είναι τόποι θλίψης, παλιά σανατόρια σε ψηλά βουνά
Μα εσένα, εσένα σ’ αρέσουν τ’ αγάλματα
κι η αλήθεια, τους μοιάζεις
έτσι όπως στέκεσαι σιωπηλή για να προσκυνώ
την πλαστική ακινησία σου

Ξεκούρδιστοι καιροί
Οι παταγώδεις μέρες κυλούν αθόρυβα στις πλάτες και τα μαλλιά μας
Χωριά που ερημώνουν οι χώρες μας, ενώ άγρυπνες ηλεκτρικές μέλισσες βουίζουν
Μα εσύ, εσύ αγαπάς να γυρίζεις σελίδες δέντρων σοφών
κι η αλήθεια, τους μοιάζεις
έτσι όπως ορθώνεις πάνω από το κεφάλι μου
την θροΐζουσα αεικινησία σου



Πέμπτη 30 Ιουλίου 2020

Τα καλάμια

Όπως το δέντρο που απάνω του έμεινε
ο περσινός καρπός
και στα κλαδιά του μαύρισε και μαράθηκε
κι ούτε πουλί τον καταδέχτηκε
ούτε χέρι,
έτσι
βλέπω ανθρώπους-ακροβάτες απάνω σε ψηλά κοντάρια
να λικνίζονται στον άνεμο
τα χέρια τους λάμνοντας στον υγρόν αέρα προς κατευθύνσεις κουβάρια,
πότε να σωθούν και κυρίως πότε να πέσουν
σαπίζοντας



Το ποιήμα

Μαράθηκε το ποίημα αδιάβαστο.
Ένα ζευγάρι αδιάκριτα μάτια δεν βρέθηκε
να του ποτίσει την ξερή του κρήνη,
ούτ' ένα να βρέξει νερά να καρπίσει
την άγονη γη του.
Τίποτα δεν βρέθηκε. 
Ούτε ένα χέρι σπλαχνικό να το αρθρώσει.
Μαράθηκε το ποίημα άγραφτο.



Δευτέρα 27 Ιουλίου 2020

Το όνειρο

Χτες ονειρεύτηκα πως ήσουν λουλούδι
μόλις ελάχιστα ανθισμένο
κι εγώ προσπάθησα να σταματήσω 
την πεταλούδα πριν καθήσει 
στο έξω του χεριού σου
κι όλο το βράδυ πάλευα με ένα χνούδι
μη σου βαρύνει τα πολύτιμα πέταλα 
και φούσκωνα, φούσκωνα 
να τρομάξω την ακούραστη μέλισσα 
μην σε τρυγήσει 
κι όλο το βράδυ αμήχανος έβλεπα τα τέρατα γύρω σου
ακίνητος έτρεχα λαχάνιαζα 
αλώνιζα το χωραφάκι μέσα μου
να σε βοηθήσω 
κι όλο, αυτά μας κερδίζαν και τους δυο
Κι αέναα άνθιζες εσύ πιο όμορφο από ποτέ




Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

Θαλασσινό

Με τα δάχτυλα παραμορφωμένα χτενίζουν
ναυτικοί την ομίχλη απ´ τα γένια τους.
Κι άκοπα κοπηλατούν αόρατες βάρκες χωρίς κουπιά
Αγαπούν την επιθυμία ενός παλιού ανύπαρκτου
Κροταλίζουν τα δόντια και τα σαγόνια τους
Γεμάτες οι λινάτσες των σάκων τους
με ασαφή στίγματα νησιών
κλωστές καπνών αναβρώσκοντων χαμένων
σε ισχνά κουβάρια
καθώς γκρεμίζεται το χέρι τους και το πόδι τους
σε κοφτερούς βράχους
κι άγνωστες θάλασσες οικείες.

Στην ρίζα τους, δίπλα στα λιτά τους κορδόνια,
ξαπλώνει ένα γέρικο δέντρο να κοιμηθεί
μα η αγωνία του κουπί στον αέρα γυρίζει
να πιάσει απ´ τον αέρα,
το νερό, το ψωμί, τον αέρα,
το κάτι, το τίποτα.

Θα μεγαλώσουν το πανάρχαιο σκότος
κι ας είναι γαμψά τα νύχια τους
κι ας τρυπάει το ριζικό τους τον βράχο της ζωής.
Καθώς από πρωταγωνιστές γίνονται μάρτυρες της θάλασσας,
κι όπως τα κουσούρια τους γίνονται όλο και πιο δικά τους,
στην συνήθεια της παλάμης τους
και των θολών ματιών την άρνηση της αποδοχής που ξεθωριάζει.


Προσκυνώ γονατιστός με το σφιχτό σκουφί
μαγκωμένο στο στήθος μου
και καταλαβαίνω
την κάθε μεγάλη αλήθεια και την κάθε μεγάλη παρανόηση
ως προϋπόθεση ομορφιάς
ως συμβόλαιο ζωής
ως κάποιο ψευδώνυμο κάποιου νοήματος.



Παρανόηση

Νόμιζαν πως η αγάπη είναι βουνό
Φύσηξε στα μάγουλα αεράκι και κατάλαβαν
Το πρωί την άφηναν καρφιτσωμένη στον ήλιο
Το βράδυ κάτι κοιμόταν ύπνο χειμωνιάτικο
κι ούρλιαζαν έξω μεσανυχτιάτικα κοπάδια
ποιον να φάνε, ποιον ν’ αφήσουνε.

Ύστερα άνοιγαν το παράθυρο
να μπει στο σπίτι ο καιρός.
Το μπλε του νερού άλλαζε
κι οι μέρες κυλούσαν γάργαρα.

Όμως ο ένας ήταν πάντοτε λιτοδίαιτος.
Με έναν έρωτα κορέστηκε η πείνα του για ζωή, μέσα του
τραγουδούσαν οι χειμώνες.
Σώπαινε η άνοιξη.
Ο άλλος ήταν πάντοτε αχόρταγος.
Γέμιζε κι άδειαζε το σισύφειο στομάχι του, και την Φασγά
ανεβοκατέβαινε μυξογελώντας.
Έκλαιγε πιο σπάνια.

Κοιμήθηκαν και στ’ όνειρό τους
κάτω από ένα μεγάλο θολωτό φιλί
ακούμπησαν για λίγο
μέσα τους κάτι παλιό,
βαθύ,
αγαπημένο,
κι ύστερα μαράθηκε κι αυτό
και γέρασαν αμέσως.

Ήταν λένε το φάντασμα φόβων παλιών
που κάθε τόσο τρυφερά τους αγκάλιαζε
Κανείς δυνατός, κανείς ατρόμητος δεν αγαπούσε
ή ίσως μόνον αυτοί,
μα όπως ξεγελάστηκαν και πίστεψαν,
έτσι ξεμωραμένοι συνέχισαν να ζουν.



Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

Το βάζο

Πιο κοφτερή από το ξυράφι
Πιο ανθεκτική από το διαμάντι
Πιο ευμετάβλητη από τον χαμαιλέοντα
Πιο εύθραυστη από το λεπτότερο κρύσταλλο
Πιο ασαφής από ρήση της Πυθίας
Η μνήμη σου κρεμασμένη από μανταλάκι στο περίπτερο
σήμερα θα διαβαστεί από χίλια μάτια
κι αύριο θα τυλίξει το θρυμματισμένο βάζο στο πατάρι.
Τι κατάρα κι αυτή...να μην μπορώ να πετάξω τίποτα!